skip to main content

Αρχαιολογικός Χώρος Ανωπόλεως

Ο αρχαιολογικός χώρος καλύπτει μία αρκετά μεγάλη έκταση, που περιβάλλεται από ισχυρά τείχη και περιλαμβάνει θεμέλια πολλών οικιών, μία μεγάλη στέρνα και ίσως τα θεμέλια ενός μεγάλου ναού.

Αρκετοί τοίχοι σώζονται σε ύψος 1 - 3 μ., οι περισσότεροι κτισμένοι από αδούλευτες πέτρες ενώ μερικοί από γωνιόλιθους. Τα ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα φτάνουν στα νότια μέχρι το εκκλησάκι της Αγ. Αικατερίνης , όπου σώζεται και τμήμα τούρκικου κουλέ.

Στην ευρύτερη περιοχή έχουν εντοπιστεί δύο τρόποι κατοίκησης, κατά γειτονιές και κατά μεμονωμένες αγροικίες.

Επίσης έχουν αποκαλυφθεί με σωστικές ανσκαφές κιβωτιόσχημοι τάφοι της εποχής της ρωμαιοκρατίας (το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης τοποθετείται μεταξύ των οικισμών Λιμνιά και Παυλιανά).

Το 1987 - 1988 πραγματοποιήθηκε επιφανειακή έρευνα στην επαρχία Σφακίων από την ΚΕ΄ ΕΠΚΑ σε συνεργασία με το Καναδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Στα πλαίσια της έρευνας στην ευρύτερη περιοχή της Ανώπολης, σε υψόμετρο 600 και 800 μ., ανακαλύφθηκαν λίγες θέσεις της Υστερονεολιθικής/ Πρωτομινωικής περιόδου.

 

Τα ερείπια της αρχαίας Ανωπόλεως (Στέφανος Βυζάντιος : Ανώπολις) εντοπίζονται επάνω στο λόφο της Αγ. Αικατερίνης, στα δυτικά και νοτιοδυτικά του σημερινού ομώνυμου χωριού.

Από τη θέση της εξασφάλιζε πλήρη εποπτεία μεγάλης έκτασης της ξηράς, αλλά και του Λιβυκού πελάγους. Τη θαλάσσια επικοινωνία σαν ενδιάμεσο σταθμό, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, εξασφάλιζε το λιμάνι της Φοίνιξ, σημερινό Λουτρό.

Οι πηγές παραδίδουν ότι τον 3ο αι. π.Χ. καταλήφθηκε από τη γειτονική Αραδήνα και απελευθερώθηκε από το Χαρμάδα, πολίτη της Ανωπόλεως (SEG 8. 269). Σε αυτή τη περίοδο χρονολογείται ίσως και η πρώτη φάση των τειχών της. Το 230 - 210 π.Χ. αναφέρεται σε κατάλογο πόλεων που έστειλαν θεωρούς στους Δελφούς.

Η Ανώπολις μαζί με την Αράδενα και την Ποικιλασσό, συγκαταλέγονται στις πόλεις που υπέγραψαν συνθήκη με τον Ευμένη Β΄ της Περγάμου το 183 π.Χ.