skip to main content

Αρχαιολογικός χώρος Προφήτη Ηλία - Τέμενος

Κήρυξη Αρχαιολογικού χώρου από το Υπουργείο Πολιτισμού :

"Κηρύσσουμε την ευρύτερη περιοχή του χωριού Κανλί - Καστέλι (Προφήτη Ηλία) Ν. Ηρακλείου σαν αρχαιολογικό χώρο, με τα εξής όρια, όπως σημειώνονται και στο συνημμένο τοπογραφικό:
α) Δυτικό όριο, την υψομετρική καμπύλη 320 έξω από την ανατολική πλευρά του χωριού μέχρι τον αγροτικό δρόμο, την υψομετρική καμπύλη 380 στη βάση της Ρόκκας και τον επαρχιακό δρόμο μέχρι τη διασταύρωσή του με τον αγροτικό δρόμο που περιβάλλει τη Ρόκκα.
β) Βόρειο όριο τον αμαξωτό αγροτικό δρόμο, που ανοίχτηκε πρόσφατα στη Νότια παρυφή του υψώματος Κορμός και τον αγροτικό δρόμο στη Βόρεια παρυφή του υψώματος Βιτσίλα, μέχρι το λοφάκι με το υψομετρικό σημείο 341.
γ) Ανατολικό όριο τη ράχη με τα υψομ. σημεία 263,60 , 281,30, 288,80, 305 μέχρι το υψομετρικό σημείο 363,90 στο βόρειο άκρο του υψώματος Μουσούρου.
δ) Νότιο όριο τον αμαξωτό αγροτικό δρόμο μέχρι το υψομ. σημείο 315 και στη συνέχεια τον περιφερειακό αγροτικό δρόμο στο Νότιο κράσπεδο των υψωμάτων Τζανή Ρίζα και Ρόκκα, μέχρι τον επαρχιακό δρόμο.
Τέλος επισημαίνεται ότι η έκταση που περιβάλλουν τα μεσαιωνικά τείχη στο ύψωμα Ρόκκα (8,5 στρ.) είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος (Π.Δ. 31.7.25, ΦΕΚ 266/28.8.1925) και ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΥΑ 27702/25.1.69, ΦΕΚ 84/5.2.69) ενώ η ευρύτερη περιοχή Ρόκκα - Κανλί Καστέλλι - Λύκαστος είναι κηρυγμένος τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους (ΥΑ 9697/12.9.70, ΦΕΚ 666/23.9.70)".

ΚΝ 5351/1932, άρθρο 52.

 

 

Ιστορικό της οχύρωσης του Τεμένους

Το κάστρο του Τεμένους μας παρέχει πληροφορίες ικανές να τεκμηριώσουν ότι πρόκειται για ένα μεγάλο έργο με φιλόδοξο σχεδιασμό, αντάξιο μιας πρωτεύουσας του νησιού.

Η ποσότητα νερού που εξασφαλίζει, τα αναρίθμητα σκόρπια απομεινάρια κτισμάτων στο εσωτερικό του, η οχυρώτατη κι επιμελημένης κατασκευής ακρόπολη, το διπλό τείχος που διατρέχει ολόκληρη τη βόρεια πλευρά, το μέγεθος και η κατασκευή των πύργων συνηγορούν ότι το οχυρό του Τεμένους είναι πιθανόν να κατασκευάστηκε για να στεγάσει μεγάλο αριθμό κατοίκων και στρατιωτικής δύναμης. Η ακρόπολη αποτελεί ένα εσωτερικό οχυρό άξιο να αμυνθεί σε κάθε περίσταση και ικανό να στεγάσει ευάριθμη φρουρά.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λέοντος Διακόνου  μπορούμε βάσιμα να πιθανολογήσουμε ότι εδώ στεγάστηκε τα πρώτα χρόνια μετά το 961 το διοικητικό, στρατιωτικό κέντρο εξουσίας της αυτοκρατορικής δύναμης που άφησε στο νησί ο Νικηφόρος Φωκάς. Η αυτοκρατορία ήταν υποχρεωμένη να εδραιώσει την πολιτική της παρουσία, να επαναλειτουργήσει τους θεσμούς της εξουσίας, να στηρίξει τη Χριστιανική πίστη, να ασκεί έλεγχο στην αναδιανομή των γαιών μετά την αποχώρηση των αράβων και να εδραιώσει ένα ασφαλές στρατιωτικό κέντρο για την άμυνα του νησιού. Όλα αυτά προϋπέθεταν την επιλογή και οχύρωση μίας θέσης ικανής να ανταποκριθεί στις παραπάνω ανάγκες και τέτοια ήταν το Τέμενος. Η στρατηγική επιλογή να βρίσκεται κοντά στον εγκαταλελειμμένο Χάνδακα πιστεύουμε ότι αποτελούσε ανάγκη καθιέρωσης ενός αντίπαλου δέους απέναντι στο πολυθρύλητο κρησφύγετο των Αράβων που για τους βυζαντινούς αποτέλεσε το μισητό κέντρο πειρατίας και καταστροφής για την περιοχή του Αιγαίου. Μαζί με το σύστημα οχυρώσεων που διέτρεχε το νησί θα μπορούσε από το σημείο αυτό να ασκείται ικανοποιητικά ο κεντρικός έλεγχος της Κρήτης.

Το κάστρο, όπως φαίνεται, εγκαταλείφθηκε σταδιακά και μέρος του πληθυσμού που είχε προοριστεί να κατοικήσει εκεί, παρά τον αρχικό σχεδιασμό δεν παρέμεινε στο Τέμενος, επιστρέφοντας στα κερδοφόρα παράλια επανοικίζοντας τον Χάνδακα.

Μέρος (καλλιεργητές και τεχνίτες) που παρέμεινε μετακινήθηκε προς τον βούργο (όπου και σήμερα βρίσκεται το χωριό Πρ. Ηλίας {πρώην Κανλί Καστέλι}) τον οποίο και κατοίκησαν. Κατά τα ενετικά χρόνια το κάστρο ήταν ακόμα σε χρήση, η κατάσταση των οχυρώσεων παρέμενε καλή και έγινε έδρα Καστελανίας, η οποία μάλιστα δόθηκε στην αριστοκρατική οικογένεια των Querini.

Ο Gerola στα 1905 σχεδίασε την κάτοψη του φρουρίου με αρκετή ακρίβεια και φωτογράφισε τη βορειοανατολική πλευρά του . Για το φρούριο Τέμενος αναφέρει με βεβαιότητα ότι κτίστηκε στη Β΄βυζαντινή περίοδο ενώ αντίστοιχα εκφράζει με ειλικρίνεια την αδυναμία του να αναγνωρίσει και να χρονολογήσει άλλα οχυρά που αποδίδονται στους βυζαντινούς, όπως αυτό του Μονοπαρίου στο Ρέθυμνο.

Πηγή :

Δρ. Νίκος Γιγουρτάκης