skip to main content

Ακρόπολη του Πρινιά ( Δήμος Αγ. Βαρβάρας)

Στις νοτιοανατολικές παρυφές του ορεινού όγκου της Ίδης βρίσκεται το σύγχρονο χωριό Πρινιάς, κοντά στο οποίο έχουν εντοπιστεί αξιόλογες εγκαταστάσεις της Εποχής του Χαλκού, που μαρτυρούν την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή ήδη από τα τέλη της 3ης χιλιετίας. Η πρωιμότατη, αλλά και μακρόχρονη κατάληψη του χώρου (τουλάχιστον ως τη Ρωμαιοκρατία), πιθανώς οφείλεται στην εξέχουσα στρατηγική και οικονομική σημασία του, καθώς από εκεί διέρχεται η κύρια οδός επικοινωνίας ανάμεσα στην πεδιάδα του Ηρακλείου και τη Μεσαρά κι επίσης τη βόρεια και νότια ακτή του νησιού. Από τον 11ο αι. π.Χ., η επιδίωξη ελέγχου του δρόμου αυτού, φαίνεται ότι οδήγησε τους ντόπιους να ιδρύσουν έναν οικισμό στο ύψωμα Πατέλα, περίπου 2 χλμ. βορειοανατολικά του χωριού. Η θέση είναι φυσικά οχυρή, δεσπόζοντας στο τοπίο, με απρόσκοπτη ορατότητα προς κάθε κατεύθυνση και συγχρόνως ικανοποιητικά προστατευμένη, αφού οι πλαγιές του βουνού είναι αρκετά απότομες, επιτρέποντας την πρόσβαση στην κορυφή του μόνο από τα δυτικά. Τα γεωμορφολογικά δεδομένα εξασφάλιζαν την εποπτεία της γύρω περιοχής, ενίσχυαν την άμυνα της εγκατάστασης και συνέβαλλαν στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξή της, καθιστώντας την ενδιάμεσο σταθμό στην κίνηση αγαθών, ιδεών και ανθρώπων.

Η αναζήτηση των αρχαίων καταλοίπων της ξεκίνησε το 1894 από το Halbherr και συνεχίστηκε το 1906-8 από τον Pernier, ο οποίος, ανασκάπτοντας τη σχεδόν τριγωνική κι επίπεδη κορυφή της Πατέλας (διαστάσεων 560 Χ 235 μ.), έφερε στο φως τους δυο γνωστούς Αρχαϊκούς ναούς και το Ελληνιστικό οχυρό. Τα εντυπωσιακά ευρήματα προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των μελετητών, που ταύτισαν την πόλη των Ιστορικών Χρόνων (παρά τις αντιρρήσεις[1]), με τη Ριζηνία ή Ριττηνία των επιγραφών και της μαρτυρίας του Στεφάνου Βυζαντίου. Ωστόσο, η συστηματικότερη διερεύνησή της καθυστέρησε πολύ, αφού πραγματοποιήθηκε αρκετές δεκαετίες αργότερα (1969-1978) και πάλι από Ιταλούς αρχαιολόγους, με επικεφαλή τον Rizza[2]. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ανασκαφών αποκαλύφθηκαν ορισμένα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού, καθώς και το νεκροταφείο του, περίπου 500 μ. βορειοδυτικότερα, στη «Σιδεροσπηλιά». Τα αρχαιότερα λείψανα ανάγονται στην Προανακτορική περίοδο και τα υστερότερα στην Ελληνορωμαϊκή. Όμως, ο κύριος όγκος τους χρονολογείται από το τέλος του 13ου αι. ως τα μέσα του 6ου (οπότε φαίνεται ότι επήλθε κάποια καταστροφή) και ανήκει σε τρεις διαδοχικές φάσεις: ΥΜ ΙΙΙ-ΥποΜ, ΠΓ και Γ-Α. Η ανέγερση των δυο ναών, η διακόσμησή τους με ανάγλυφα υψηλής τέχνης, οι επιτύμβιες στήλες με τις παραστάσεις πολεμιστών και γυναικείων μορφών και μερικά κτερίσματα, καταδεικνύουν τη λαμπρότητα της Αρχαϊκής πόλης.

 


[1] Ο Faure Ρ. διαφωνεί με την ταύτιση αυτή (1963, σ. 22-24).

[2] Μετά την ολοκλήρωση της μελέτης του υλικού, η ανασκαφική διερεύνηση του χώρου συνεχίστηκε και πάλι από το Πανεπιστήμιο της Κατάνια, στα 1989-1991.