skip to main content

Περίοδος Αραβοκρατίας στην Κρήτη

       Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες υπήρξε ένα σημαντικό γεγονός, μνεία του οποίου βρίσκεται, με περισσότερες ή λιγότερες λεπτομέρειες, τόσο σε βυζαντινές όσο και σε αραβικές πηγές.      

Ο τόπος προέλευσης των κατακτητών και η χρονολογία της κατάκτησης είναι δύο απ' τα βασικά σημεία της διαφωνίας. Οι Άραβες που κατέλαβαν την Κρήτη προέρχονταν από την Ισπανία, συγκεκριμένα την Ανδαλουσία. Στην Κόρδοβα είχε ξεσπάσει ανταρσία εναντίον του Εμίρη Hakam η οποία όμως καταπνίγηκε στο αίμα. Οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να αναζητήσουν καταφύγιο σε άλλες μουσουλμανικές χώρες. Οι αριθμοί που παραδίδονται ανέρχονται περίπου σε 15000 ψυχές που έφτασαν στην Αλεξάνδρεια το 814-5. Εκεί εκμεταλλευόμενοι την εσωτερική αναταραχή στην Αίγυπτο, κατέλαβαν την πόλη γύρω στο 818 και αργότερα εξέλεξαν τον Abu Hafs Omar ως αρχηγό. Ο Χαλίφης al Mamun (813 - 833) δεν κατάφερε να αντιδράσει παρά μόνο το 825. Τότε βάδισε εναντίον της Αλεξάνδρειας, όπου αφού νίκησε τους Ανδαλουσιανούς, τους επέτρεψε να εγκαταλείψουν την πόλη με τον όρο να εγκατασταθούν σε μη μουσουλμανική χώρα. Έτσι οι Ανδαλουσιανοί Άραβες μπήκαν σε πλοία και κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη, που τη γνώριζαν από προηγούμενες επιδρομές. Στις βυζαντινές πηγές τα γεγονότα παραδίδονται κάπως διαφορετικά. Δηλαδή δηλώνεται ότι οι Άραβες της Κρήτης προέρχονται κατευθείαν απ' την Ισπανία και ότι εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, όπου «έρεε μέλι και γάλα» λόγω της φτώχειας της πατρίδας τους. Η διήγηση αυτή είναι φανταστική και περιέχει διάφορα μυθολογικά στοιχεία.

       Οι βυζαντινές πηγές τοποθετούν την απόβαση των Αράβων στην Κρήτη, στη διάρκεια της βασιλείας του Μιχαήλ Β' (820-29), ο οποίος, σύμφωνα πάντα μ' αυτές έστειλε διαδοχικά τον στρατηγό Φωτεινό και λίγο αργότερα τον «κόμητα του βασιλικού Ιπποστασίου» Δαμιανό. Μετά την αποτυχία και των δύο, έστειλε τον Κρατερό, ο οποίος επίσης κατατροπώθηκε. Έπειτα οργάνωσε εκστρατεία με αρχηγό τον Ωορύφα, στρατιωτικό με μεγάλη πείρα, ο οποίος παρά το ότι απάλλαξε τα νησιά του Αιγαίου από τις Αραβικές επιδρομές, δεν πέτυχε κάτι ουσιαστικό εναντίον των Αράβων της Κρήτης.       Η επιτυχημένη απόβαση των Αράβων πρέπει μάλλον να σχετίζεται με την διοικητική οργάνωση του νησιού, το οποίο λόγω του ότι δεν είχε ακόμα αναχθεί σε Θέμα, δεν διέθετε επαρκείς δυνάμεις πεζικού και ναυτικού προς απόκρουση των εισβολέων. Πάνω στο ζήτημα αυτό, όμως, έχουν διατυπωθεί και διαφορετικές απόψεις. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι η Κρήτη είχε γίνει Θέμα ήδη απ' την εποχή του Λέοντα Γ' (717-41).       Το βέβαιο πάντως είναι ότι η κατάληψη της Κρήτης δεν θα έγινε αυτόματα και ταυτόχρονα. Θα πρέπει να ολοκληρώθηκε σε μακρύ χρονικό διάστημα, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Για την ακρίβεια οι Βυζαντινοί ποτέ δεν παραιτήθηκαν απ' τη διεκδίκησή τους, πράγμα που φαίνεται απ' τις συνεχείς απόπειρες ανάκτησης της περιοχής.

       Η πτώση της Κρήτης στους Άραβες ήταν γεγονός υψίστης σημασίας αφού άλλαξε ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Η αλλαγή αυτή είχε τεράστιες επιπτώσεις στην ασφάλεια, την κυριαρχία και στην ίδια την βυζαντινή παρουσία στα νησιά και τις ακτές του Αιγαίου. Ο κίνδυνος έγινε φανερός ευθύς εξ αρχής αφού οι Άραβες άρχισαν τις επιδρομές τους στο Αιγαίο πολύ νωρίς, πριν ολοκληρώσουν την κατάκτηση της Κρήτης. Με την πάροδο του χρόνου οι επιδρομές γίνονταν όλο και συχνότερες καθώς και πιο επικίνδυνες προκαλώντας σοβαρές αναστατώσεις ή και πλήρης διακοπή στις θαλάσσιες επικοινωνίες. Λόγω των καταστροφών αυτών, το νησί, ως έδρα των Αράβων επιδρομέων, ονομάστηκε απ' τους Βυζαντινούς «Θεόλεστος Κρήτης».

       Η γεωγραφική θέση της Κρήτης και η σοβαρότητα των αραβικών επιδρομών που ξεκινούσαν από εκεί, εξηγούν τις ακατάπαυστες προσπάθειες για την ανακατάληψη της νήσου απ' τους Βυζαντινούς. Μετά τις αποτυχημένες εκστρατείες των Δαμιανού, Φωτεινού και Κρατερού και του Ωορύφα, άλλη μια μεγάλη εκστρατεία οργανώθηκε το 843 στην αρχή της βασιλείας του Μιχαήλ Γ΄ και της Θεοδώρας. Αρχηγός ήταν ο λογοθέτης Θεόκτιστος ενώ συμμετείχε και ο μάγιστρος Σέργιος Νικητιάτης. Το εκστρατευτικό σώμα φαίνεται ότι αποβιβάστηκε σε περιοχή που ήλεγχαν ακόμα οι Βυζαντινοί γι' αυτό και δεν αναφέρεται προσπάθεια των Αράβων να εμποδίσουν της απόβαση. Η επιχείρηση απέτυχε εξαιτίας κάποιων ψευδών ειδήσεων που διαδώθηκαν στο βυζαντινό στρατόπεδο, περί δήθεν πραξικοπήματος στην Κωνσταντινούπολη. Ο Θεόκτιστος έφυγε με τμήμα του στρατού για την Κωνσταντινούπολη ενώ το υπόλοιπο σώμα που έμεινε καταστράφηκε απ' τους Άραβες. Έτσι εικάζεται ότι όποιο τμήμα του νησιού είχε μείνει σε βυζαντινά χέρια, πέρασε και αυτό σε αραβική κυριαρχία.

       Παρά την αποτυχία, αυτή οι Βυζαντινοί επέμειναν και έτσι το 866, επί Μιχαήλ Γ' (843-67), προετοιμάστηκε μια νέα μεγάλη εκστρατεία, κυρίως απ' τον καίσαρα Βάρδα, αδερφό της Θεοδώρας και ουσιαστικό κυβερνήτη του κράτους. Και τούτη η εκστρατεία απέτυχε αφού καν δεν ξεκίνησε εξαιτίας της δολοφονίας του Καίσαρα Βάρδα, ένα χρόνο πριν την δολοφονία του ίδιου του Μιχαήλ Γ΄.

       Ύστερα όμως από μια επιτυχημένη επιχείρηση εναντίον τους στον Κορινθιακό Κόλπο, με επικεφαλής τον Νικήτα Ωορύφα, οι Αραβοκρήτες ησύχασαν για ένα διάστημα και τα παράλια της Μ. Ασίας καθώς και τα νησιά του Αιγαίου ανέπνευσαν για λίγο.

       Μετά την καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 από τον Λέοντα Τριπολίτη, οι βυζαντινοί αντεπιτέθηκαν. Έτσι ο ναύαρχος Ιμέριος κατέλαβε την μέχρι τότε ουδέτερη Κύπρο και το 910 κατέστρεψε τη Λαοδίκεια. Τότε ήταν η εποχή που αποφάσισαν οι Βυζαντινοί να εξαλείψουν και τον κίνδυνο απ' τους Άραβες της Κρήτης. Το 911-912 οργανώθηκε νέα εκστρατεία με αρχηγό τον Ιμέριο με ισχυρές δυνάμεις ναυτικού και πεζικού. Και αυτή τη φορά όμως η αυτοκρατορία απέτυχε να ανακτήσει την Κρήτη.

       Μόλις το 249 ο Κωνσταντίνος Ζ΄ αποφάσισε να οργανώσει καινούργια επιχείρηση κατά των Αράβων της Κρήτης, οι επιδρομές των οποίων είχαν προξενήσει τεράστιες ζημιές στο κράτος. Όμως και αυτή τη φορά το τέλος ήταν άδοξο λόγω κυρίως της ανικανότητας του πατρικίου Κωνσταντίνου Γογγύλη που τέθηκε επικεφαλής.

       Μετά και αυτή την αποτυχία, λίγοι ήταν εκείνοι που θα διατύπωναν την ιδέα μιας νέας εκστρατείας εναντίον της Κρήτης. Το 960 όμως, επί βασιλείας του Ρωμανού Β΄, ο παρακοιμώμενος Ιωσήφ Βρίγγας έπεισε τον νεαρό αυτοκράτορα και τη Σύγκλητο για το εγχείρημα αυτό. Αξιοσημείωτη είναι και μια φράση του Ιωσήφ Βρίγγα, που δηλώνει την πολιτική σκέψη της εποχής «και πρέπον εστίν υπέρ των Χριστιανών και ομοφύλων αγωνίζεσθαι». Η άποψη του Βρίγγα που τελικά επικράτησε, ήταν να δοθεί η αρχηγία στον δομέστικο των Σχολών της Ανατολής Νικηφόρο Φωκά. Στις μεγάλες δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν περιλαμβάνονταν σώματα από όλα τα Θέματα, κυρίως τα ανατολικά, και επιπλέον Ρώσοι, Σλάβοι και Αρμένιοι στρατιώτες που υπηρετούσαν στο βυζαντινό στράτευμα. Παρά τους υπερβολικούς αριθμούς που δίνουν οι βυζαντινές πηγές για τις δυνάμεις του Φωκά, επρόκειτο για μια επιχείρηση πράγματι μεγάλης κλίμακας. Υπολογισμοί, κάπως πιο μετριασμένοι, αποδίδουν περίπου ένα αριθμό 200-250 πλοίων και συνολικά 70000 - 75000 ανδρών από τους οποίους οι 5000 ήταν ιππείς. Για τους αριθμούς αυτούς δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μεγάλη βεβαιότητα αν και είναι πιο ρεαλιστικοί απ' αυτούς που παραδίδουν οι πηγές, δηλ. 2000 πυρφόρα πλοία, 1000 δρόμωνες και 307 φορτηγά πλοία ενώ οι μάχιμοι, σύμφωνα πάντα με αυτές ανέρχονται σε 300000 άνδρες.

       Αυτή τη φορά ο στόχος των Βυζαντινών επετεύχθη. Τα στρατεύματα του Φωκά κυριάρχησαν στην ύπαιθρο του νησιού, παρά την αρχική αντίσταση των Αράβων, και κατόπιν, έπειτα από εννεάμηνη σκληρή πολιορκία, κατέλαβαν και τον Χάνδακα, την πρωτεύουσα του κράτους τους, στις 7 Μαρτίου του 961.

       Με τα γεγονότα αυτά κλείνει για την Κρήτη η περίοδος της Αραβοκρατίας. Πρόκειται για περίοδο για την οποία η ιστορική έρευνα έχει αρκετά κενά. Είναι γεγονός ότι οι γνώσεις μας για την Κρήτη της εν λόγω εποχής είναι ελλιπείς και οι όποιες διαθέσιμες αντλούνται από διάφορους Βυζαντινούς και Άραβες ιστορικούς καθώς και από βίους Αγίων. Οι περιγραφές όμως αυτές αφορούν κυρίως τα πολεμικά γεγονότα ή τις επιδρομές εκατέρωθεν. Λεπτομερείς πληροφορίες για την εσωτερική οργάνωση του νησιού ή την κατάσταση του πληθυσμού της υπαίθρου δεν διαθέτουμε σε επάρκεια.

       Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν είναι πια ήταν η σύσταση του πληθυσμού κατά την περίοδο αυτή. Ο προβληματισμός αυτός ενισχύθηκε και από διάφορες αντιφατικές συχνά πληροφορίες που παραδίδουν οι πηγές.

       Οι παλαιότερες απόψεις περί της πλήρους αραβοποίησης της Κρήτης έχουν ανατραπεί σχεδόν από διάφορους σύγχρονους μελετητές. Άραβες περιηγητές όπως ο Ιστραχύ ή ο Ιμπν Χάουκαλ, στις περιγραφές τους για τις διάφορες μουσουλμανικές χώρες περιλαμβάνουν και την Κρήτη των αρχών του 10ου αιώνα. Ο μεν Ιστραχύ αναφέρει ότι όλοι οι κάτοικοι  της είναι μουσουλμάνοι επιδρομείς μεταξύ των οποίων υπάρχουν και τμήματα χριστιανικού πληθυσμού όπως συμβαίνει σ' όλες τις μουσουλμανικές χώρες. Ο δε Ιμπν Χάουκαλ είναι περισσότερο σαφής λέγοντας ότι οι Μουσουλμάνοι είχαν επιβληθεί στους χριστιανούς με τη δύναμη των όπλων του «Ιερού Πολέμου» γεγονός που εξασφάλιζε ενός είδους εκεχειρία. Σ' αυτές τις συνθήκες ο μουσουλμανισμός ζούσε προστατευμένος με πλήθος αμοιβαίων συμβάσεων των οποίων οι όροι εξασφάλιζαν την υπεροχή στους μουσουλμάνους επειδή είχαν υπαγορευθεί απ' τη βία και την πλεονεκτική θέση τους.

       Αυτό σχεδόν αποδεικνύει την άποψη ότι ο χριστιανικός πληθυσμός συνέχισε να υπάρχει στην Κρήτη, άποψη την οποία υποστηρίζει ο Ν. Τωμαδάκης.

       Τεκμηριώνεται δηλαδή ότι οι Άραβες κάτοχοι του νησιού δεν θα φέρθηκαν διαφορετικά από τους μεταγενέστερους κατακτητές, Ενετούς και Τούρκους. Ο πληθυσμός της υπαίθρου θα συνέχισε καλλιεργεί τη γη, η οποία ίσως θα ήταν υπό φεουδαρχικό καθεστώς μοιρασμένη στους νέους κυρίαρχους. Άλλωστε στις διάφορες πηγές αναφέρεται ότι ο Abu Hafs αιχμαλώτισε 29 πόλεις της Κρήτης ενώ μια μόνο έμεινε ελεύθερη. Το όνομα της πόλης αυτής είναι δύσκολο να εξακριβωθεί. Αλλού η πόλη αυτή ταυτίζεται με την Ελεύθερνα ενώ ο Σφραντζής αναφέρει την Γόρτυνα προσθέτοντας όμως και την Κυδωνία στις αδούλωτες πόλεις. Είναι πολύ πιθανό όμως αυτές οι αναφορές να δημιουργήθηκαν μετά την ανάκτηση του νησιού περνώντας έτσι στη σφαίρα του θρύλου. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι οι Άραβες, όπως και οι μετέπειτα κάτοχοι της Κρήτης να μην είχαν την δυνατότητα να επιβληθούν απόλυτα στους ορεινούς όγκους του νησιού.

Οι Άραβες της Κρήτης ήταν μάλλον θρησκευτικά αδιάφοροι, και η μανία με την οποία λαφυραγωγούσαν τα μοναστικά ιδρύματα του όρους Λάτρος και των νησιών, οφείλονταν όχι τόσο σε θρησκευτικό μένος αλλά στις πληροφορίες που υπήρχαν, για τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει οι μοναχοί. Οι Ανδαλουσιανοί Άραβες που κατέλαβαν την Κρήτη, όπως παρατηρείται από μελετητές, ήταν κυρίως αστοί που έφυγαν απ' την Κόρδοβα. Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο και εργάζονταν ως ειδικευμένοι τεχνίτες. Το ότι έγιναν γρήγορα ικανοί ναυτικοί, φαίνεται ότι τους επιβλήθηκε απ' τις καταστάσεις. Οι Ανδαλουσιανοί λοιπόν δεν εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη ως αγρότες. Ίδρυσαν ένα κράτος που βρισκόταν σε συνεχή πολεμική ετοιμότητα. Γι' αυτό το λόγο το ενδιαφέρον τους θα στράφηκε κύρια προς τη θάλασσα από την οποία θα αποκόμιζαν τα εισοδήματά τους. Εξάλλου ο έλεγχος των ορεινών όγκων της Κρήτης και γενικά της ενδοχώρας της ήταν πάντα δύσκολη υπόθεση για κάθε κατακτητή ακόμα και μέχρι τη γερμανική κατοχή. Έτσι λοιπόν, όσον αφορά το εντόπιο πληθυσμό, οι επιδρομείς θα επηρέασαν με διάφορους τρόπους ή θα εξάρθρωσαν το κοινωνικό σύστημα των παράλιων περιοχών. Το εσωτερικό όμως κατά πάσα πιθανότητα θα συνέχισε τον ίδιο τρόπο ζωής.