skip to main content

Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη 13ος - 14ος αι.

«Ιδού η γη η ρέουσα μέλι και γάλα». Αυτό αναφέρουν οι βυζαντινοί χρονογράφοι ότι ανεφώνησε ο ανδαλουσιανός άραβας Abu Hafs Umar, ο κατακτητής της Κρήτης τον 9ο αιώνα, μόλις αποβιβάστηκε στο νησί. Και αν αυτό δεν αληθεύει, αφού πρόκειται για ρήση από την Εξοδο της Αγίας Γραφής, είναι εν τούτοις ενδεικτικό της αντίληψης που είχαν οι Βυζαντινοί για την εύφορη γη της Κρήτης. Αυτή τη γη που οι Βυζαντινοί προσπάθησαν με κόπους να ανακαταλάβουν από τους Αραβες το 961, θα την ξαναχάσουν για πολλούς αιώνες από τους Βενετούς στις αρχές του 13ου αιώνα.

Οι αγρότες και η σχέση τους με τη γη και τους ιδιοκτήτες της κατά τους δύο πρώτους αιώνες της βενετικής κατοχής (13ος-14ος αι.) και κατά συνέπεια το νέο κοινωνικό αλλά κυρίως το νέο οικονομικό καθεστώς που επέβαλε η Βενετία συνιστούν το αντικείμενο του παρόντος κειμένου.

Αν για την προηγούμενη βυζαντινή εποχή δεν διαθέτουμε επαρκές υλικό από τις πηγές για τη λεπτομερή γνώση των ιδιοκτητών της γης και των καλλιεργητών της, η πλούσια αρχειακή ύλη,  που αναφέρεται στους αιώνες της βενετικής παρουσίας στην Κρήτη επέτρεψε  να απαντηθούν προβλήματα όπως τα θέτουν τα σύγχρονα ιστοριογραφικά αιτήματα.

Με μια σύντομη αναφορά στο  βυζαντινό παρελθόν υπενθυμίζεται ότι η γη αποτελούσε τη βασική πηγή πλούτου του νησιού και υπερίσχυε η μεγάλη οικογενειακή κληρονομική έγγειος περιουσία θεμελιωμένη στη μικρή ελεύθερη ιδιοκτησία, στοιχείο που διευκόλυνε τη Βενετία στην εφαρμογή ενός φεουδαρχικού συστήματος προσαρμοσμένου στις αρχές της αλλά και στις συνθήκες του νησιού. Η βενετική κατοχή της Κρήτης αρχίζει και τυπικά το 1211, έτος κατά το οποίο εκδίδεται το έγγραφο της Παραχώρησης.

 Σύμφωνα με το νέο γαιοκτητικό καθεστώς, η γη ανήκει στο κράτος και την διαθέτει όπως αυτό θεωρεί καλύτερα προς το συμφέρον της αποικίας αλλά και της ίδιας της Βενετίας. Το μεγαλύτερο μέρος της γης παραχωρήθηκε στους βενετούς αποίκους, που αποτέλεσαν την τάξη των φεουδαρχών γαιοκτημόνων. Τα φέουδα παραχωρήθηκαν στους νέους ιδιοκτήτες γης με πλήρη δικαιώματα κατοχής, αλλά με την υποχρέωση να προσφέρουν στρατιωτική και διοικητική υπηρεσία προς το κράτος.

Αντιμέτωποι με τους έλληνες ντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες βρέθηκαν οι Βενετοί και έναν αιώνα μετά την κατάκτηση από τους Βενετούς πολλοί ήταν οι Ελληνες που κατείχαν φέουδα. Γη παραχωρήθηκε επίσης στη λατινική Εκκλησία, σε μοναστήρια και εκκλησίες καθολικές και ορθόδοξες.

Το φέουδο της βενετοκρατούμενης Κρήτης περιελάμβανε τρία βασικά στοιχεία: τα χωριά με τους ανθρώπους που τα κατοικούσαν, μια έκταση γης που ανήκε στη δικαιοδοσία κάθε χωριού και σπίτια ή χέρσα γη για ανοικοδόμηση. Δύο ήταν οι μεγάλες κοινωνικές τάξεις που συνδέονταν με τη γη: οι φεουδάρχες και οι αγρότες. Την αγροτική τάξη αποτελούσαν δύο ευδιάκριτες ομάδες, οι βιλλάνοι που είχαν στενή προσωπική και οικονομική εξάρτηση από τους κυρίους τους και οι ελεύθεροι αγρότες που καλλιεργούσαν μεν τη φεουδαρχική γη, αλλά δεν εξηρτώντο προσωπικά από τους ιδιοκτήτες της γης. Με βάση το χωριό ήταν οργανωμένη η ζωή στην ύπαιθρο και πολλά στοιχεία της προηγούμενης βυζαντινής περιόδου είχαν διατηρηθεί, εν τούτοις νέα τροπή παίρνει η μορφή της οικονομίας της Κρήτης επηρεασμένη από τα αποικιακά χαρακτηριστικά. Αναπτύσσονται οικισμοί που λειτουργούν ως σταθμοί συγκέντρωσης και διακίνησης των αγροτικών προϊόντων, των οποίων η καλλιέργεια γίνεται πολύ εντατική, κύριος στόχος των Βενετών. Ολοι οι ιδιοκτήτες παραχωρούσαν τη γη τους μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα στους αγρότες. Γαιοκτήμονες, γη και αγρότες ήταν στενά δεμένοι και αλληλεξαρτώμενοι. Οι πρώτοι αποτελούσαν την κορυφή και οι δεύτεροι τη βάση της οικονομικής πυραμίδας της μεσαιωνικής κοινωνίας.

Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη 13ος - 14ος αι.

Χαράλαμπος Γάσπαρης