skip to main content

Πρώτη βυζαντινή περίοδο στην Κρήτη

Το πρώτο μισό του 5ου αιώνα ήταν μια εποχή κατά την οποία δεν συνέβησαν σημαντικά πολιτικά γεγονότα, ήταν όμως περίοδος σημαντικών φυσικών καταστροφών για την Κρήτη. Πράγματι, οι μόνες σχεδόν περιπτώσεις που η Κρήτη εμφανίζεται στις πηγές κατά τους χρόνους αυτούς, είναι για να αναφέρουν φυσικές καταστροφές, κυρίως από σεισμούς. Κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ ή του Β΄ ισχυρός σεισμός κατέστρεψε όλες σχεδόν τις πόλεις του νησιού. Μέρος των ζημιών αποκαταστάθηκε με δωρεά του αυτοκράτορα. Σημαντικές καταστροφές έγιναν επίσης και κατά τη βασιλεία του Λέοντα Α΄ το 467 - 468. Οι καταστροφές αυτές καθώς και η εξάπλωση της χριστιανικής λατρείας μετά τον θρίαμβο του χριστιανισμού, έδωσαν μεγάλη ώθηση στην οικοδομική δραστηριότητα και κυρίως στην ίδρυση βασιλικών που συναντώνται απ' άκρη σ' άκρη του νησιού.

          Αν εξαιρεθούν αυτές οι φυσικές καταστροφές, οι αναστατώσεις του 6ου αιώνα στην Βαλκανική δε φαίνεται να επηρέασαν την ζωή στην Κρήτη, η οποία απολάμβανε μια μακρά περίοδο ειρήνης, η οποία ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη.
Πράγματι τον 6ο αιώνα και το πρώτο μισό του 7ου, η Κρήτη φαίνεται ότι έφτασε στον ανώτερο βαθμό οικονομικής ανάπτυξης κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο. Δυστυχώς αυτό το συμπέρασμα εξάγεται μέσα από αρχαιολογικά στοιχεία, διότι δεν υπάρχει καμιά φιλολογική πηγή που να παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία γι αυτά τα χρόνια.

          Οι πόλεις που υπήρχαν κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα.
Τα αρχαιολογικά τεκμήρια που ενδείκνυνται για τον εντοπισμό των θέσεων αυτών, είναι τα ερείπια των βασιλικών. Σε πόλεις της νοτιοδυτικής Κρήτης όπως π.χ η Τάρρα, η Συΐα και η Λίσσος, ευημερία ήταν εμφανής περισσότερο απ' ότι σε πόλεις του υπόλοιπου νησιού κυρίως λόγω του αποκλεισμού τους από το εσωτερικό.
Αυτός ο αποκλεισμός είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας, η οποία, όπως φαίνεται από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, είχε πολύ θετικά αποτελέσματα για την ευημερία τους.

          Η παρακμή όμως αυτών των αστικών κέντρων, παράλιων και εσωτερικών, ήρθε ως συνέπεια της γενικότερης αποαστικοποίησης που παρατηρήθηκε στον μεσαιωνικό κόσμο μετά τον 7ο αιώνα, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία μικρών αγροτικών οικισμών.
Στην παρακμή των παράλιων πόλεων συνέβαλλε και ένας ακόμα παράγοντας. Η εμφάνιση των Αράβων, η οποία εκτός από τις καταστροφικές επιδρομές στα παράλια της αυτοκρατορίας γενικότερα, δημιούργησε νέα δεδομένα στο εμπόριο, αλλάζοντας τις θαλάσσιες οδούς και οδηγώντας μ' αυτόν τον τρόπο τις κρητικές πόλεις σε μαρασμό. Υποθέτοντας ότι ο πληθυσμός δεν μειώθηκε δραματικά, η εγκατάλειψη των παράλιων θέσεων θα ακολουθήθηκε από μετανάστευση στο εσωτερικό, γεγονός που συνεπάγεται με δημιουργία νέων μικρών οικισμών και ενδυνάμωση των ήδη υπαρχόντων. Τούτη η μετακίνηση προς την ενδοχώρα, φαίνεται και από τη μετακίνηση των εδρών αρκετών επισκοπών του νησιού, από τις παραλιακές πόλεις  οικισμούς του εσωτερικού. Έτσι η επισκοπή Κυδωνίας μεταφέρθηκε στην Αγυιά, της Κισάμου στην Επισκοπή. Πέρα απ' αυτό όμως είναι φανερό ότι σ' όλη την Κρήτη οι επισκοπικές έδρες από τις παλιές πόλεις και μεταφέρονταν. Έχουμε λοιπόν και την επισκοπή Καλαμώνος να αντικαθιστά την Λάμπης, την επισκοπή Ελεύθερνας να μεταφέρεται στην Επισκοπή Μυλοποτάμου.
Η επισκοπή Αρίου αντικαθιστά επίσης αυτήν της Συβρίτου κ.ο.κ.

          Ένας μακρινός απόηχος των σλαβικών επιδρομών στα Βαλκάνια είναι μια επιδρομή που αναφέρεται στην Κρήτη το 623 χωρίς σημαντικές επιπτώσεις. Άλλωστε η Κρήτη βρίσκονταν σε πολύ μεγάλη απόσταση για τα πλοιάρια και τα μονόξυλα των Σλάβων για να διατρέξει κίνδυνο.

Την ηρεμία αυτή ήρθε να διαταράξει η εμφάνιση των Αράβων στη Μεσόγειο. Η Κρήτη ήταν άμεσα πλέον εκτεθειμένη στις επιδρομές, οι οποίες άρχισαν αμέσως μόλις η αραβική δύναμη απέκτησε στόλο. Η παλαιότερη γνωστή επιδρομή είναι του 654, ενώ ακολούθησαν κι άλλες τα επόμενα χρόνια σε τακτά διαστήματα όπως το 656, το 671, το 705-6, το 713-14, το 715-16. Σε μια μάλιστα από τις τελευταίες επιδρομές, πολιόρκησαν ανεπιτυχώς και ένα φρούριο στο εσωτερικό του νησιού, το φρούριο «του Δριμέως» χρησιμοποιώντας πολιορκητικές μηχανές. Το γεγονός γίνεται γνωστό από τον Βίο του Αγίου Ανδρέα Κρήτης. Έτσι η βυζαντινή δύναμη μπορεί μεν να απέκρουσε τους εισβολείς, δεν είχε όμως την δυνατότητα να τους αποτρέπει να αποβιβάζονται και να λεηλατούν το εσωτερικό. Πληροφορίες για το πώς αντιμετωπίζονταν αυτές οι επιδρομές και για το αν υπήρχε στρατιωτική και ναυτική δύναμη στο νησί, δεν υπάρχουν. Είναι πιθανό η Κρήτη να χρησιμοποιήθηκε ως ναυτική βάση των Βυζαντινών στις αντεπιθέσεις τους. Πιθανότερο όμως είναι να υπήρχε ένας στόλος αποτελούμενος από μικρό αριθμό πλοίων με αποστολή την προστασία του νησιού και της ευρύτερης περιοχής.

          Η άλλη σοβαρή εξέλιξη του 8ου αιώνα, η Εικονομαχία, που συγκλόνισε το εσωτερικό της αυτοκρατορίας, δεν άφησε ίχνη στην Κρήτη. Από τις λίγες σκόρπιες πληροφορίες που υπάρχουν, δεν είναι γνωστό πια στάση κράτησαν λαός και κλήρος της Κρήτης. Οπωσδήποτε, υποθέτει κανείς, ότι και σε αυτήν την περιοχή θα ίσχυσε ότι και για τις περισσότερες περιοχές του κράτους. Πάντως η Εικονομαχία θα είχε και μια εξέλιξη για την Κρήτη. Την απόσπαση του νησιού, όπως και του υπόλοιπου Ιλλυρικού, από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πάπα της Ρώμης, και την υπαγωγή τους στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης το 732 - 33, με απόφαση του Λέοντα Γ΄.

          Στο τέλος του 8ου αιώνα και στις αρχές του 9ου  νέες φυσικές καταστροφές, δηλαδή σεισμοί και αραβικές επιδρομές πλήττουν την Κρήτη. Οι επιτυχίες όμως των Ισαύρων στον στρατιωτικό τομέα και η διάσπαση του αραβικού κόσμου, περιορίζουν κάπως τις επιδρομές. Κατά την βασιλεία της Ειρήνης της Αθηναίας, που συμπίπτει με αυτήν του Harun-Al-Rashid, οι επιδρομές ξαναρχίζουν με ένταση.
Εξάλλου η διάσπαση των Αράβων σε διάφορα κράτη, σήμανε ότι περισσότερες δυνάμεις τώρα θα άρχιζαν Ιερό Πόλεμο κατά του Βυζαντίου και σ' αυτόν η Κρήτη αποτελούσε πάντα στόχο.