skip to main content

Τα χρόνια της μεγάλης κρίσης Μικρασιατική καταστροφή Ξεριζωμός

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Αλικαρνασσός έχει ελαττώσει τον πληθυσμό της στις 11.000, από τους οποίους οι 5000 περίπου ήταν Έλληνες 1 και κατοικούσαν σε ξεχωριστές συνοικίες-του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίουβορειοδυτικά του μεσαιωνικού φρουρίου. Ανάμεσα τους αξιοσημείωτη ήταν η παρουσία των κρητικών. Το «πετρούμι» εξακολουθεί να αποτελεί το - αδύναμο βέβαια - οικονομικό κέντρο της γύρω περιοχής, καθώς διαθέτει δημογεροντία και Ελληνικό δημοτικό σχολείο, με δασκάλους που καταγόταν από τα γύρω νησιά. Οι ενασχολήσεις των κατοίκων εξαντλούνται στην αλιεία και σπογγαλιεία, την οικοδομική, την ανθρακοποιία καθώς και τις γεωργικές καλλιέργειες. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το φτωχό έδαφος και τα βουνά που την περιβάλλουν εμποδίζοντας την επικοινωνία με την υπόλοιπη Μικρά Ασία, αναστέλλουν την οικονομική της ανάπτυξη2 .

Από το 1908, το κίνημα των Νεοτούρκων, με ηγέτη τον Κεμάλ Ατατούρκ, αφύπνισε τον τουρκικό εθνικισμό και έβαλε σε εφαρμογή την πολιτικη του εκτουρκισμού και των διωγμών που εντάθηκαν περισσότερο μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων,ιδιαίτερα σε βάρος του Ελληνικού στοιχείου. Το Μάιο του 1914 οι διωγμοί επεκτάθηκαν και στη δυτική Μικρασία, με την καθοδήγηση και των Γερμανών, που ήταν οι σύμμαχοι των Τούρκων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1914 - 1918).

Κατά τον πρώτο αυτό διωγμό, οι Έλληνες άρχισαν να εγκαταλείπουν την Αλικαρνασσό για να αποφύγουν από την μια την υποχρεωτική επιστράτευση (σεφερμπελικ) λόγω του πολέμου και από την άλλη τα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), που επάνδρωναν όσοι από τους άνδρες ήταν άνω των 45 ετών και δε στρατεύονταν. Εκεί στα βάθη της Μικρασίας, πέθαιναν από τις κακουχίες, την πείνα και τις ασθένειες δουλεύοντας σε λατομεία, ορυχεία, διανοίξεις δρόμων και αλλού, σε εξοντωτικές συνθήκες 3. Στις πολλαπλές κακουχίες των στρατολογούμενων προστέθηκε και η εχθρική συμπεριφορά των ντόπιων πληθυσμών, στους οποίους η τουρκική διοίκηση παρουσίαζε τους Έλληνες στρατιώτες σαν αιχμάλωτους πολέμου. Στην ουσία τα εργατικά τάγματα ήταν στρατόπεδα συγκεντρώσεως για την εξόντωση του δυναμικότερου στοιχείου του Ελληνικού πληθυσμού. Για να τα αποφύγουν οι Έλληνες εξαγόραζαν τη θητεία ξεπουλώντας την περιουσία τους, οι φτωχότεροι κατέφευγαν στα βουνά. Έτσι χαρακτηρίζονταν λιποτάκτες και οι οικογένειες τους αντιμετώπιζαν τα σκληρά αντίποινα της εξουσίας. Με την αναδρομική αργότερα κατάργηση της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες και ακολούθησε κύμα εκτελέσεων λιποτακτών. Σύμφωνα με έκθεση Έλλήνων βουλευτών του οθωμανικού κοινοβουλίου στα τέλη του 1918, 2500 Έλληνες πέθαναν από κακουχίες στα εργατικά τάγματα.

Οι Έλληνες κάτοικοι της Αλικαρνασσού κατέφυγαν αρχικά προς τα Δωδεκάνησα και συγκεκριμένα στη Κάλυμνο, τη Κω, τη Λέρο, τη Κάσο, τη Σύμη και τη Ψέρημο, όπου σύμφωνα με μαρτυρίες «αφέντης» ήταν ο πολυπράγμων πολιτικός Μ. Ελευθεριάδης. Τα Δωδεκάνησα βρισκόταν υπό Ιταλική κατοχή και είχαν φτωχά εδάφη και έτσι οι Αλικαρνασσιώτες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέους τόπους εγκατάστασης, άλλωστε και οι Ιταλοί δε ήταν πρόθυμοι να τους δεχτούν για να μην πυκνώσει το Ελληνικό στοιχείο εκεί. Έτσι ακολούθησαν τους θαλάσσιους δρόμους προς τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, αρχικά στην περιοχή της Σητείας και στη συνέχεια στο Ηράκλειο, όπου διέμεναν σε παραπήγματα στα «μπεντένια», στη περιοχή της Χανιόπορτας 5. Σύμφωνα με μαρτυρίες Μικρασιατών από το 1914 μέχρι το 1915 στην Αλικαρνασσό δεν έμεινε κανένας Έλληνας, κανένας χριστιανός παρά μόνο Εβραίοι, οι οποίοι σήκωσαν την τουρκική σημαία και «προσκυνούσαν» τους Τούρκους για να μην ενοχλούν και για να μην χάσουν την περιουσία τους 6.

Τους τελευταίους μήνες του 1918, μετά τον τερματισμό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου για την Τουρκία, άρχισε η παλιννόστηση των προσφυγών στην Μικρά Ασία. Συγκεκριμένα με τη ανακωχή του Μούδρου (1918) και την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (1919) αρκετοί πρόσφυγες που είχαν παραμείνει στα Δωδεκάνησα επέστρεψαν στη Αλικαρνασσό. Μάλιστα τον Οκτώβριο του 1918 συστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Επιτροπή με σκοπό την οργάνωση επαναπατρισμού των εκτοπισμένων, η κυβέρνηση όμως - επίσημα - επέτρεψε να επιστρέψουν μόνο οι ευπορότεροι. Μέχρι το 1920, η πλειονότητα των προσφυγών είχε επιστρέψει στη Μικρά Ασία. Οι παλιννοστούντες όμως ήρθαν αντιμέτωποι με πολύ αντίξοες συνθήκες στην πατρίδα τους και έτσι δεν άργησαν να ξαναπάρουν το δρόμο της προσφυγιάς και μάλιστα αυτή τη φορά οριστικά.

Η φιλόδοξη εκστρατεία στη Μικρά Ασία, που έφτασε ως το Σαγγάριο ποταμό, κατέληξε σε τραγωδία το φθινόπωρο του 1922. Στις 27/8/1922 οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη. Τη προηγούμενη μέρα είχε φύγει σε αγγλικό πλοίο ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης. Στις 31/8 άρχισε εμπρησμός της πόλης που εκδηλώθηκε πρώτα στην αρμένικη συνοικία. Στις 3/9 επιβιβάζονται σε πλοία οι τελευταίες στρατιωτικές μονάδες που από το λιμάνι του Τσεσμέ διαπεραιώνονταν απέναντι από τη Χίο. Η μοίρα τους ήταν φοβερή σε αυτή την κορύφωση του εθνικισμού και του φανατισμού των τούρκων. Τα θύματα ήταν πολλά και ανάμεσα τους και ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.

Μετά την καταστροφή, μια δεύτερη - μεγαλύτερη αυτή τη φορά - ομάδα Αλικαρνασσέων ακολούθησαν την κοινή πορεία των μικρασιατών προσφύγων προς την Ελλάδα. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Κω, την Κάλυμνο, τον Πειραιά και την Αθήνα. Εκεί ίδρυσαν σωματείο με την επωνυμία «φιλανθρωπική Ένωση Αλικαρνασσέων Αθηνών ο Ηρόδοτος», στη συνέχεια όμως μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο, όπου διέμεναν σε δημόσια ή ιδιωτικά κτήρια στην περιοχή Ακ Τάμπια, στα παραπήγματα της Χανιώπορτας, στο Βαλιδέ τζαμί, στους τουρκικούς στρατώνες και στα τουρκικά μετόχια του Κατσαμπά 7. Και παρόλο που η πρώτη αυτή γενιά των προσφύγων πίστευε ότι αργά ή γρήγορα θα ξαναγύριζε στη γενέτειρα της, η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) και η χωριστή ελληνοτουρκική σύμβαση (30 Ιανουαρίου 1923), η οποία ρύθμιζε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, τερμάτισαν με βίαιο τρόπο τη μακραίωνη Ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία. Η σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε απευθείας μεταξύ Βενιζέλου και Ισμέτ Ινονού (Τούρκος πρωθυπουργός). Περίπου 1.300.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις εστίες τους και ήρθαν πρόσφυγες στη Ελλάδα, ενώ 500.000 Τούρκοι ακολούθησαν τον αντίστροφο δρόμο. Εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κων/λης και των δύο νησιών στην είσοδο των Δαρδανελλίων, της Ίμβρου και της Τενέδου καθώς και οι Μουσουλμάνοι της δυτικής Θράκης.

 

Παραπομπές

  1. Η έξοδος , Κ.Μ.Σ ,τ.Α΄,Αθήνα 1980 ,6. 217
  2. Λένα Τζεδάκη-Αποστολάκη, «Μικρασιάτες πρόσφυγες στο Ηράκλειο. Το παράδειγμα της Ν. Αλικαρνασσού» σελ. 104
  3. Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, ΟΕΔβ, Αθήνα, 1999
  4. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. ΙΕ ΣΕΛ. 101
  5. Λένα Τζεδάκη Αποστολάκη, ό.π. , σελ. 105
  6. Η Έξοδος , ο.π. σελ. 219
  7. Λένα Τζεδάκη - Αποστολάκη , ό.π. σελ. 115
  8. Σύλλογος Μικρασιατών Κω, Ο Ηρόδοτος, επιμέλεια: Αλέκου Μάρκογλου, Τα κείμενα της προσφυγιάς..., Κως 2002