skip to main content

Ιστορία της Παλιανής

Η περιοχή γύρω από τη Μονή Παλιανής διασώζει στοιχεία που μας επιτρέπουν να τη χαρακτηρίσουμε σήμερα ως πανάρχαια θρησκευτική - λατρευτική κοιτίδα. Εκτός από την ίδια τη μονή, που υπήρχε από την πρώτη βυζαντινή περίοδο, διασώζονται μοναστι­κές μνήμες, θρύλοι για παλιούς ασκητές, πλήθος τοιχογραφημένων ναών στα γύρω χωριά και ερείπια παλιών μοναστηριών, όπως της Θεοτόκου και του Εσταυρωμένου αν και δεν υπάρχουν πληροφορίες για διοι­κητική ή άλλη σχέση μεταξύ τους, τουλάχιστον κατά τους τελευταίους αιώνες. Σε πα­λαιότερες εποχές βέβαια, που η βυζαντινή Μονή της Παλιανής κυριαρχούσε, λόγω  της τεράστιας περιουσίας της, στην ευρύτερη περιοχή, τα γειτονικά μικρά μοναστικά κέντρα θα είχαν ασφαλώς σχέση εξάρτησης με τη μεγάλη μονή. Δυστυχώς όμως οι ιστο­ρικές πληροφορίες είναι πενιχρές και δεν είναι γνωστό αν υπήρχαν τότε τα μοναστήρια της Θεοτόκου και του Σταυρού.

Η Μονή Παλιανής είναι ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια της Κρήτης και η ιστορία της αντανακλά την ίδια την εκκλησιαστική ιστορία του νησιού, με τις διακυ­μάνσεις και τους κατακτητές που προσπαθούσαν να επιβάλουν τη δική τους θρησκεία στους κατοίκους. Γνώρισε περιόδους ακμής και ερήμωσης και έγινε πεδίο έριδων και διεκδικήσεων κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.

Η αρχαιότερη πληροφορία για τη Μονή Παλιανής προέρχεται από το 668 μ.Χ. Και από τότε ονομαζόταν "παλαιά" ή "πάλαι" Τα βυζαντινά κιονόκρανα και τα αρχιτε­κτονικά λείψανα ξεδιπλώνουν ακόμη περισσότερο το νήμα της ιστορίας, αποκαλύπτο­ντας ότι στη θέση του σημερινού καθολικού υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός. Πρόκειται για μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, τα λείψανα της οποίας είναι ενσωματωμένα στο σημερινό ναό.

Για την ιστορία της μονής κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας (824/828-961) δεν εί­ναι τίποτα γνωστό. Συνέχιζε να λειτουργεί ως μοναστήρι ή ερημώθηκε, λόγω της κοντινής του απόστασης από το κέντρο της αραβικής παρουσίας στην Κρήτη; Γεγονός είναι πάντως πως η αραβική παρουσία δε στάθηκε ικανή να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε την Παλιανή με την πρωτοχριστιανική περίοδο και τη λατρευτική της παράδοση. Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς, φαίνεται και πάλι να ακμάζει. Αν και δεν είναι γνω­στές άμεσες πληροφορίες για την ιστορία της Παλιανής κατά τη Β' Βυζαντινή περίοδο (961-1204/11), μπορούμε να υποθέσουμε πώς επρόκειτο για μια από τις πιο πλούσιες μονές, αφού ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, είχε τεράστια περιουσία,, και ήταν αυτοκρατορική, όπως αναφέρε­ται στα ενετικά έγγραφα του 14ου αιώνα.

Αν η ροή της ιστορίας ήταν ομαλή και δεν παρεμβάλλονταν οι κατακτητές και οι θρησκευτικές έριδες, που εκδηλώθηκαν με την προσπάθεια της παπικής εκκλησίας να ξεριζώσει το ορθόδοξο φρόνημα από την Κρήτη, το Μοναστήρι της Παλιανής θα διέσωζε πολύτιμα. στοιχεία για τη μελέτη της ιστορίας της Κρήτης, ίσως ακόμη και αφιερώματα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων!

Το αυτοκρατορικό αυτό μοναστήρι όμως βρέθηκε στη δίνη μιας  περίεργης ιστορικής συγκυρίας.
Όταν, το 1211, η Κρήτη έγινε Βενετσιάνικη κτήση, οι Ενετοί δεν έθιξαν τα οικονομικά συμφέρο­ντα του Ορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφήνοντας του μεγάλο μέρος από τα κτήματα που διατηρούσε. Προφανώς ανά­μεσα σ' αυτά ήταν και τα κτήματα της Μονής Παλιανής. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησε να διατηρήσει αυ­τή  την  αξιόλογη   περιουσία,  αλλά ο Λατίνος  Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κατέλαβε, ύστερα από απόφαση του Πάπα Κλήμη του Δ', τη μονή! Η ενέργεια αυτή έγινε αίτια μακροχρόνιων διενέξεων. Η κεντρική εξουσία αντέδρασε και δεν αποδέχτηκε την ενέργεια του Λατίνου Αρχιεπισκόπου.

Πλήθος εγγράφων που διασώζονται στο ενετικό αρχείο της Βενετίας αναφέρονται σ' αυτές τις διενέξεις αλ­λά και τις προσπάθειες διευθέτησης των διαφορών. Μια συμφω­νία, που έγινε ανάμεσα στις Βενετικές Αρχές και το Λατίνο Αρχιεπίσκοπο το 1363, έδωσε λύση στο όλο ζήτημα.

Πρόκειται για μια επικύρωση της γνωμάτευσης του διάσημου Ενετού νομικού Fra Paolo Sapri, σύμφωνα με την οποία ο δούκας της Κρήτης δε θα είχε πλέον δικαιοδοσία στα μοναστήρια (ανάμεσα τους και η Παλιανή), τις εκκλησίες και τα νοσοκομεία, που θα υπάγονταν πλέον στη δικαιοδοσία του Δόγη της Βενετίας. «"Οστις    κύριος    Αρχιεπίσκοπος,    οι    κανονικοί    και    τό Καπίτουλον νπέρ έαυτών καί τον Κρητικού Κλήρου, εν ονόματι των οποίων ακριβώς εις την είρημένην συμφωνιαν καί σύμβασιν μέχρι νυν εμμένει, εις αυτούς τους ιδίους τόν κύριον Δούκαν καί τους προειρημένους συμβούλους, αποδεχόμενους εν ονόματι του κυρίου Δόγη καί του Κοινού των Βενετών κατά τό γράμμα της είρημένης συμβάσεως καί συμφωνίας της παραδοθείσης αύτοίς, παρεχώρησε, ένεχείρησεν καί ήθέλησεν αυτοί οι ίδιοι ό Δόγης και  τό Κοινόν τών Βενετών να έχουν τόσον υπό μορφή ν ανταλλαγής δσον καί κατά πάν άλλο δίκαιον, τρόπον ή τύπον κατά τόν καλύτερον δυνατόν τρόπον τόσον τάς γαίας, κτήματα, αγαθά καί δικαιώματα, οιαδήποτε άφορούν ή αναφέρονται εις τό μοναστήριον της Πάλαι, δσον καί πάντα τά άλλα, περί ών γε­νικώς ή ειδικώς εν τή ειρημένη συμβάσει καί συμφωνία αναφέ­ρεται οτι ανήκουν εις τόν κυριον Δόγην καί τό Κοινόν τών Βενετών, παραμένούσης δμως ώς έχει καί διατηρούμενης κατά, πάντα τά λοιπά της είρημένης συμφωνίας καί συμβάσεως...
 
Η συμφωνία αυτή φαίνεται να έλυσε οριστικά το πρόβλημα που είχε προκύψει με την Παλιανή. Κατά τους τελευταίους αιώνες της Ενετοκρατίας είχε 2-3 δεκάδες μοναχές και αρκετό υπηρετικό προ­σωπικό για την καλλιέργεια της περιουσίας της. Αναφέρεται στην απογραφή του 1577, ενώ το 1583 είχε 27 γυναίκες (οι περισσότε­ρες ήταν - προφανώς - μοναχές) και 12 άνδρες κατοίκους. Το 1630 αναφέρεται στην απογραφή του Βasilicata. Οι αναφορές αυτές στις βενετσιάνικες απογραφές αποδεικνύουν ότι το μοναστήρι λει­τουργούσε κανονικά, διατηρώντας τη μεγάλη περιουσία του. Από κείνη την εποχή μάλιστα ήταν γυναικεία μονή.

Η τουρκική επίθεση κατά της Κρήτης (1645-1669) σήμανε το τέ­λος μιας μακράς περιόδου αλλά και της κυριαρχίας των καθολι­κών στο μοναστήρι. Οι τεράστιες περιουσίες που είχε ως τότε κα­ταπατήθηκαν, από τους κατακτητές και, όπως είναι φυσικό, δια­μοιράστηκαν σε Τούρκους αξιωματούχους. Δεν είναι γνωστό αν διατηρήθηκε ως μοναστήρι  την περίοδο της τουρκικής επί­θεσης και της πολιορκίας του Χάνδακα ή αν γνώρισε κάποια μι­κρή ή μεγάλη περίοδο ερήμωσης. Οι πρώτες πληροφορίες για το μοναστήρι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας προέρχονται από πατριαρχικό έγγραφο του 1781.0 Οικουμενικός Πατριάρχης ενημέρωσε με συνοδικό γράμμα τους κληρικούς και τα μοναστήρια της Επισκοπής Κνωσού για την άφιξη του νέου Επισκόπου Φιλόθεου. Ανάμεσα στα μοναστήρια της Επισκοπής Κνωσού ήταν και η Μονή Παλιανής. Ήταν - φυσικά - κι εκείνα τα χρόνια γυ­ναικεία μονή και σύμφωνα με την παράδοση παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια στους επαναστάτες. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι ο Καπετάν Μιχάλης Κόρακας βρήκε καταφύγιο στην Παλιανή όταν σκότωσε το φοβερό Τούρκο Αλήκο και πήρε τα άρματα του για να αρχίσει τη σπουδαία επαναστατική δράση του. Η παράδοση ακούγεται ακόμη στη μονή.

Κατά την προ του 1821 περίοδο η Μονή Παλιανής ήταν φημι­σμένη για τα εργόχειρα των καλογριών της. Ο άγνωστος συγγρα­φέας της χωρογραφίας της Κρήτης που συντάχτηκε το 1828 ανα­φέρει ότι η "Παναγία Παλαιά" ήταν...

«... Μοναστήριον τών καλογραιών, τών οποίων τό έργόχειρον εστί κλωστή άξιολογωτέρα καί εκείνης της Ευρώπης». Η πληροφορία αυτή μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι η μονή δε διέθετε κτηματική περιουσία και οι καλόγριες ασχολούνταν με χειροτεχνήματα.                        

Η επανάσταση του 1821 βρήκε τη μοναστική κοινωνία της Παλιανής οργανωμένη και, σύμφωνα με την παράδοση, να αποτε­λείται από μερικές δεκάδες καλόγριες. Το μοναστήρι βρισκόταν δίπλα στο δρόμο Μεγάλου Κάστρου - Μεσαράς. Και οι Τούρκοι περνώντας συχνά-πυκνά απαιτούσαν, κατά την προσφιλή τακτική τους, φιλοξενία. Έτσι και κατά την περίοδο της μεγάλης ελληνι­κής επανάστασης. Η παράδοση μιλά για βιβλική καταστροφή. Λεηλάτησαν τα ιερά σκεύη, τους πολυελαίους, τις κανδήλες και τις εικόνες. Τα αργυρά σκεύη μόνον ζύγιζαν 600 οκάδες! Μετά πα­ρέδωσαν το μοναστήρι στις φλόγες. Μόνο μια καλόγρια σώθηκε, η Παρθενία από το χωριό Μιαμού Καινούργιου. Γύρω από τη διά­σωση της Παρθενίας δημιουργήθηκαν θρύλοι που διασώζονται ακόμη στη μονή...

Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, που ακουγόταν στη Μονή το 1930, όσες καλόγριες γλύτωσαν τη σφαγή οδηγήθηκαν στα χαρέ­μια των Τούρκων.

Οι παραδόσεις αυτές απηχούν ιστορικά γεγονότα, τα οποία μά­λιστα παρουσιάζονται με τρόπο γλαφυρό, όπως ακριβώς επιτάσ­σει ο αφηγηματικός λόγος. Ένα ανέκδοτο έγγραφο που συντά­χθηκε μετά το 1866 και διασώζεται στο Αρχείο του Υποπροξένου της Ρωσίας Ιω. Μιτσοτάκη, αναφέρει:

«Σημείωσις τών όσων συνέβησαν εις τήν μονήν της Κυρίας Παλιανής από τοϋ 21 μέχρι σήμερον.

Εις τήν πρώτην επανάστασιν τοϋ 21 ητον τό μοναστήριον εις τήν άκμήν της τάξεως καί του πληθυσμού της συνοδείας του. ΄Οταν εγινεν ή έπανάστασις είχε συνοδείαν από έβδομήκοντα καλογριές και τότε οι Οθωμανοί τήν μέν ήγουμένην Μελανθίαν φεύγουσαν μεθ' ενός αδελφού της, συνέλαβαν εις χωρίον Πλάτανον της Μεσαράς καί αφού τήν έφθειραν τήν ήτίμωσαν δσοι ετυχον έκει, την έσφαξαν ανηλεώς όμού καί τόν άδελφόν της, τάς δέ αλλας ηχμαλώτισαν τάς περισσοτέρας καί άλλαι απε­βίωσαν τήδε κακείσε από δυστυχίαν καί λοιπά ώστε έμειναν τό ολον τρεις εξ ών ή μία, Παρθενία ονομαζόμενη, έστάθη πολύ αξία καί μέ τήν έπιμέλειάν της καί μέ δλη τήν άδυναμίαν της, έκτισεν τήν έκκλησίαν εις διάστημα 18 ετών καί τήν έκαλώπισεν αρκετά...»

(ΣΗΜ. Το έγγραφο δημοσιεύεται όπως έχει με διόρθωση μόνο των ορθογραφικών λαθών).

Η παράδοση έρχεται να συμπληρώσει τις ιστορικές πηγές: Η επανάσταση του 1821, αναφέρει, κόντεψε να διαλύσει οριστικά το μοναστήρι. Η εργατικότητα και η πίστη της Παρθενίας όμως υπερνίκησαν τα εμπόδια:

«Ή Παρθενία γύρισε στό Μοναστήρι. "Εκαμε εράνους ατά γύρω χωριά, λίγα γρόσια, λίγο λάδι, λίγο καρπό, παρακάλεσαν ανθρώπους καί τή βοήθησαν νά καθαρίσουν τήν εκκλησία καί νά ξαναχτίσουν κάποια κελλιά, έστησε εικονίσματα καί άναψε καντήλια...».

Το 1842 το μοναστήρι λειτουργεί κανονικά, η παράδοση όμως λέει (και τα κατοπινά στοιχεία την επιβεβαιώνουν) ότι αντιμετώ­πιζε μεγάλες δυσκολίες και πολύ σοβαρά προβλήματα.

Το δράμα της Μονής Παλιανής συγκίνησε τους χριστιανούς εκείνης της εποχής. Η παράδοση αναφέρει οτι επισκέφτηκε γύρω στο 1860 το μοναστήρι μια ομάδα γνωστών κρητικών (ο Ανδρ. Γ. Καπετανάκης, ο γερο-Μαλεβιζιώτης, ο Καπετάν Μιχάλης Κόρακας και ο γερο-Διαμαντίδης παππούς του Καλοκαιρινού) και πρόσφεραν στην Ηγουμένη από 10 λίρες για την αποπεράτωση του ναού.

Πηγή :

ΨΙΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ: Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, Καρμάνωρ Ηράκλειο, 1994