skip to main content

Ιστορικά στοιχεία οικισμών Καρτερού, Καλλιθέας, Πρασσά

Όσον αφορά συγκεκριμένα στην περιοχή που ιδρύεται ο συνοικισμός της Νέας Αλικαρνασσού, φαίνεται ότι αποτελούσε προέκταση της νεκρούπολης του Κατσαμπά. Η ανεύρεση υστερομινωικού τάφου καθώς και μινωικών τοίχων και άλλων τυχαίων ευρημάτων στην περιοχή αποδεικνύουν τη χρήση της περιοχής κατά τα μινωικά χρόνια.

Αντικείμενο εξέτασης ωστόσο θα αποτελέσει κυρίως η διαδρομή μέσα στο χρόνο των περιοχών Καρτερού, Καλλιθέας και Πρασσάς.

Ξεκινώντας την επισκόπηση από την εποχή του χαλκού και τη Μινωική Κρήτη, οι ανασκαφικές έρευνες στους οικισμούς αυτούς της Νέας Αλικαρνασσού έδειξαν τη στενή σχέση με τον πυρήνα του μινωικού πολιτισμού, την Κνωσό, καθώς οι διαρρέοντες τις περιοχές αυτές ποταμοί Καίρατος (ποταμός Κατσαμπά) και Αμνισός (ποταμός Καρτερός) αποτελούσαν τους βασικούς δρόμους επικοινωνίας του ανακτόρου της Κνωσού τόσο με την ενδοχώρα όσο και με την θάλασσα, καθώς παραπλήσια των εκβολών τους τοποθετούνται τα κύρια επίνεια (λιμένες) της μινωικής Κνωσού. Ένα από αυτά τοποθετεί ο Evans στις εκβολές του Καιράτου, στα δυτικά όρια τις σημερινής Νέας Αλικαρνασσού.

Το δεύτερο τοποθετείται στην ευρύτερη περιοχή της Αμνισού (σημερινός Καρτερός). Με το προελληνικό τοπωνύμιο Αμνισός ορίζεται η εύφορη κοιλάδα του ομώνυμου ποταμού, η οποία εκτείνεται ανατολικά του Ηρακλείου.

Η αρχαιότερη αναφορά συναντάται στον Όμηρο (τ.188), (σταμάτησε στην Αμνισό, όπου βρίσκεται και η σπηλιά της Ειλειθυίας, σε δύσκολο λιμάνι) ενώ ο Στράβωνας την αναφέρει ως επίνειο της Κνωσού.

(Λένε λοιπόν ότι ο Μίνωας χρησιμοποίησε ως επίνειο την Αμνισό, όπου βρίσκεται το ιερό της Ειλειθυίας)

Σχετικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή από τον Σπ. Μαρινάτο έφεραν στο φως κτίσματα ποικίλων τύπων και χρήσεων που φανερώνουν την ύπαρξη μινωικού οικισμού και χρονολογούνται σε διάφορες φάσεις του μινωικού πολιτισμού.

Νότια του οικισμού πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε σπήλαιο το οποίο συνδέθηκε με το «σπέος Ειλειθυίης» του Ομήρου, το σπήλαιο δηλαδή που σύμφωνα με την παράδοση ήταν αφιερωμένο στην θεά Ειλειθυία, κόρη της Ήρας και θεά του τοκετού, η οποία κατά τον Παυσανία γεννήθηκε στην Κρήτη (Ι 18,5) ενώ η λατρεία της συνδέεται, με βάση το Στράβωνα (Χ 4, 7-8) και σχετική πινακίδα Γραμμικής Β΄ (Gg 705) που βρέθηκε στην Κνωσό, με την Αμνισό. Την ταύτιση του σπηλαίου της Αμνισού με το σπήλαιο της Ειλειθυίας αμφισβητούν κάποιοι μελετητές έχοντας ως βασικό επιχείρημα την απουσία ευρημάτων που σχετίζονται με την γονιμότητα και τον τοκετό, ενώ παράλληλα παρουσιάζουν ως εκδοχή το σπήλαιο να είναι αφιερωμένο σε άλλη θεότητα, πιθανότατα στην Άρτεμη. Σε κάθε περίπτωση το σπήλαιο παρουσιάζει σημεία αδιάλειπτης χρήσης από τα προελληνικά μέχρι και τα χριστιανικά χρόνια. Πλησίον του σπηλαίου, σε θέση καλούμενη Μάφεζε ανακαλύφθηκε υστερομινωικός λαξευτός τάφος, η θέση και τα ευρήματα του οποίου οδήγησαν τον ανασκαφέα του Σπ. Μαρινάτο στην υπόθεση ότι πρόκειται για χώρο ταφής των ιερειών της θεάς Ειλειθυίας. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε λόγω της ύπαρξης κτερισμάτων γυναικείων ταφών στις συνολικά έξι ανευρεθείσες σαρκοφάγους καθώς και της παρουσίας «ιερατικών» σκευών. Στον σχηματισμό της απόψεως αυτής του Μαρινάτου συνέβαλε το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις για την ύπαρξη νεκροταφείου ολόκληρου οικισμού.

Ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία της ευρύτερης περιοχής υπήρξε η ανακάλυψη πολυτελών οικειών στην περιοχή της Αμνισού και στην Πρασσά καθώς και ιερού του λεγόμενου Δία Θενάτα.

Σύμφωνα με τον μύθο, κατά την μεταφορά του νηπίου Δία από το Ιδαίο ή Δικταίο Άντρο, κατά την πιο παραδεδομένη εκδοχή, ή ακόμη και από την Αρκαδία, σύμφωνα με τον Καλλίμαχο, ο ομφαλός του θεού κατέπεσε «παρά τάς Θενάς», εξαιτίας του οποίου η περιοχή ονομάσθηκε και «Ομφάλιον πεδίον». Η ανεύρεση στην περιοχή του Καρτερού ιερού αποδιδόμενου στη λατρεία του Δία σε συνδυασμό με τα εκεί ευρήματα συνετέλεσαν στην ταύτιση της κοιλάδας του Καρτερού με το «Ομφάλιον Πεδίον» του μύθου. Κατά τους νεοανακτορικούς χρόνους ιδρύονται πολυτελείς επαύλεις σε διάφορες περιοχές της μινωικής Κρήτης, οι οποίες «ποικίλουν εις μέγεθος και μεγαλοπρέπειαν» και ίσως το γεγονός αυτό «δεικνύει εξασθένησιν της κεντρικής εξουσίας».

Δύο από αυτές βρέθηκαν στις περιοχές Πρασσάς και Αμνισού. Η έπαυλη της Αμνισού, για την οποία οι πληροφορίες είναι περισσότερες, ακολουθώντας την γενικότερη μορφή αναλόγων οικημάτων της περιόδου διαθέτει «πολύθυρα, φωταγωγούς, τουλάχιστον δύο ορόφους και κλίμακας, "ιεράς δεξαμενάς" και άλλους ιερούς χώρους και [...] τοιχογραφικόν διάκοσμον». Οι τοιχογραφίες της Αμνισού αποτελούν σημαντικό δείγμα της τεχνοτροπίας των πρώιμων μινωικών τοιχογραφιών και πιθανότατα επηρέασαν την αγγειογραφία της περιόδου. Οι σημαντικές αυτές τοιχογραφίες υπήρξαν η αφορμή να ονομασθεί η έπαυλη από τον Μαρινάτο ως

«Έπαυλη των τοιχογραφιών». Τοιχογραφικός διάκοσμος υπάρχει και στην έπαυλη της Πρασσάς.

Η χρήση κάποιων κτισμάτων της περιοχής «πιστούται [...] μέχρι του τέλους της αρχαιότητος», παρά το γεγονός ότι η περιοχή δοκιμάσθηκε από φυσικές καταστροφές, οι οποίες αναστέλλουν πρόσκαιρα τη λειτουργία τους.

Η περιοχή φαίνεται να παίζει ιδιαίτερο ρόλο και στην ρωμαϊκή εποχή, κατά την οποία πιθανότατα χρησιμοποιούνταν ως ορμητήριο τόσο των ντόπιων όσο και των Κιλίκων πειρατών. Επιθυμώντας να αντιμετωπίσει το γεγονός αυτό η ρωμαϊκή σύγκλητος αναθέτει το 74 π.Χ. στον στρατηγό Μάρκο Αντώνιο, πατέρα του στρατηγού της Β΄ τριανδρίας, την εντολή να υποτάξει την Κρήτη. Κατά το 71 π.Χ. οι Κρήτες στρατηγοί Πανάρης από την Κυδωνία και Λασθένης από την Κνωσό αντιμετωπίζουν με επιτυχία τον ρωμαϊκό στόλο στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ του σημερινού Ηρακλείου και της νήσου Δίας. Μετά από σειρά συγκρούσεων αλλά και διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές, το νησί θα περάσει οριστικά στην κατοχή των Ρωμαίων το 67 π.Χ., μετά από σειρά επιχειρήσεων του υπάτου Κόιντου Καικίλιου Μέτελλου.

Στο 395 μ.Χ. η Κρήτη προσαρτάται στο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και γίνεται επαρχία του Βυζαντίου. Ενώ αρχικά η περιοχή φαίνεται να ακμάζει σε όλους τους τομείς (εμπόριο, γεωργία κτλ), η ανοδική αυτή πορεία φαίνεται να ανακόπτεται γύρω στα μέσα του 7ου αι. μ.Χ., τόσο λόγω φυσικών καταστροφών όσο και εξαιτίας της εμφάνισης στο προσκήνιο των Αράβων, οι οποίοι θα αποτελέσουν απειλή για πολλές περιοχές του Βυζαντίου, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη.

Μετά από σειρά επιχειρήσεων και σφοδρών συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές, το νησί πέφτει στα χέρια των Αράβων, γύρω στο 824.

Έκτοτε θα γίνουν προσπάθειες ανάκτησης από το Βυζάντιο. Μία από αυτές λαμβάνει χώρα στην περιοχή του Καρτερού. Ο στρατηγός Κρατερός ανέλαβε την επιχείρηση απελευθέρωσης του Χάνδακα και αποβιβάσθηκε ανατολικώς του Ηρακλείου. Παρά το γεγονός ότι αρχικά η επιχείρησή του στέφθηκε από επιτυχία, η απερίσκεπτη συμπεριφορά του στρατεύματος, το οποίο, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές (Γενέσιος, Θεοφάνης Συνεχιστής) κατά τη διάρκεια της ίδιας νύκτας επιδόθηκε σε εορτασμούς και οινοποσία, είχε ως αποτέλεσμα την αντεπίθεση των Σαρακηνών, την εξολόθρευσή του και την οριστική αποτυχία της επιχειρήσεως. Μνημείο της επιχείρησης αυτής και της ολέθριας κατάληξής της αποτελεί η απόδοση στην περιοχή του ονόματος του Βυζαντινού στρατηγού (Κρατερός - Καρτερός). Τελικά η πόλη του Χάνδακα και τα προάστια της απελευθερώνονται το 961, μετά από επιχείρηση που οργάνωσε ο Νικηφόρος Φωκάς. Ο συνοικισμός του Καρτερού αναφέρεται πρώτη φορά σε συμβόλαιο συμβολαιογράφου του Χάνδακα το 1302, ενώ στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η περιοχή αποκαλείται από τους Τούρκους Χιγιαρλί Ντερέ (ποταμός των αγγουριών).

Σημαντικό μνημείο του οικισμού της Πρασσάς αποτελεί η εκκλησία της «Κυρίας της Πρασσάς», η οποία είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Διασώζεται συμβόλαιο του 1642 ανάμεσα στον ξυλογλύπτη Μανέα Μαγγανάρη και τον ηγούμενο της μονής Νικηφόρο Σκλάβο, για την κατασκευή του τέμπλου της εκκλησίας με βάση το τέμπλο του παρεκκλησίου των Αγίων Δέκα της Αγίας Αικατερίνης των Σιναϊτών του Χάνδακα, το οποίο σήμερα δεν διασώζεται. Σε έγγραφο του 1672, επί Τουρκοκρατίας αναφέρεται ως «Τσιφλίκι Κερά Πρασσά» και ανήκε στον Χασάν Αγά.

Η σημερινή περιοχή της Καλλιθέας αναφέρεται σε τουρκική απογραφή του 1671 ως Ustulya, πιθανότατα από την τουρκική απόδοση της εκφράσεως «Εις του Λια» καθώς ο οικισμός βρίσκεται στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία. Αργότερα μετονομάζεται σε μετόχι Μπαμπαλή, από το όνομα του Τούρκου ιδιοκτήτη του. Γύρω στα 1920 περιλαμβάνει στα όριά του και την περιοχή του Καρτερού

Η περιοχή Καρτερού, αποτελεί την πλέον ενδιαφέρουσα περιοχή του Δήμου από πλευράς φυσικού περιβάλλοντος. Χωρίζεται σε τέσσερις ζώνες, μια αμμώδης παραλιακή, μια βραχώδης παραλιακή στα δυτικά, μια εσωτερική και μια παρόχθια στις όχθες του ποταμού Καρτερού. Η αμμώδης παραλία έχει μήκος 1 χλμ. πλάτος 100 μ. και ανώτερο υψόμετρο 3 μέτρων. Η βλάστηση έχει σχεδόν εξαφανιστεί λόγω της συγκέντρωσης λουομένων τους καλοκαιρινούς μήνες. Η βραχώδης παραλία στα δυτικά της περιοχής έχει ανώτερο υψόμετρο τα 100 μ. Το ανώτατό της όριο είναι η αρχή του ανατολικού διαδρόμου του αεροδρομίου Ηρακλείου. Η βλάστηση όπως και στην αμμώδη παραλία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Στην εσωτερική ζώνη πλάτους 100 μέτρων η οποία οριοθετείται νότια της αμμώδους παραλίας και βόρεια του υπάρχοντος δρόμου Ηρακλείου - Αγίου Νικολάου, η ποικιλότητα της βλάστησης (φρύγανα και μακκία) διατηρείται σε σχετικά καλά επίπεδα, παρόλη τη βόσκηση.

Νοτιοανατολικά των διοικητικών ορίων του Δήμου καταλήγει το φαράγγι του Καρτερού, το οποίο διατρέχει τρεις Δήμους (Επισκοπής, Ν. Καζαντζάκη και Ν. Αλικαρνασσού) και χαρακτηρίζεται από πλούσια βλάστηση και σημαντικά πολιτιστικά και ιστορικά στοιχεία.