skip to main content

Ιστορικές μαρτυρίες για τα "Κεράσια"

Η παλαιότερη αναφορά του οικισμού εντοπίζεται στη βενετική περίοδο. Από τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας το χωριό είχε μικτό πληθυσμό χριστιανών ορθοδόξων και μουσουλμάνων. Στην απογραφή του 1670 καταγράφονται χριστιανικοί και μουσουλμανικοί κλήροι στο χωριό. Σε καταχώριση του έτους 1669 αναφέρεται το χωριό ως τιμάριο(Καραντζίκου-Φωτεινού, Ιεροδικείο, 349, Σταυρινίδης, Μεταφράσεις, Α', 315-316). Κατά την ίδια περίοδο μάλιστα υπάρχουν ενδείξεις εξισλαμισμών στο χωριό. Σε γαμήλιο συμβόλαιο του έτους 1671 που καταχωρίστηκε στο κατάστιχο του καδή του Χάνδακα καταγράφεται γάμος μεταξύ χριστιανής κατοίκου του χωριού και πιθανότατα εξισλαμισμένου χριστιανού (Καραντζίκου-Φωτεινού, Ιεροδικείο, 54). Σύμφωνα με την καταγραφή των δημευθέντων περιουσιών από το οθωμανικό κράτος, κατά το έτος 1827, από τους χριστιανούς κατοίκους στο χωριό αναφέρονται: 11 φυγάδες (10 άντρες και 1 γυναίκα), 12 νεκροί (10 άντρες και 2 γυναίκες), ενώ δεν διευκρινίζονται 3 περιπτώσεις (άντρες). Συνολικά δημεύτηκαν 26 περιουσίες από τις οποίες επιστράφηκαν οι 15, ενώ παρέμειναν δημευμένες οι υπόλοιπες 11 (Δημητριάδης-Δασκάλου, Κώδικας, 319, 329). Ο Scott, το 1834, αναφέρει ότι η εκκλησία του χωριού ήταν κατεστραμμένη και τα σπίτια χωρίς στέγες. Περιγράφει το χωριό ως χτισμένο στο χείλος δασωμένου φαραγγιού με συκιές, ροδιές, αμυγδαλιές και άλλα καρποφόρα, καθώς και βελανιδιές και πλατάνους (Rochfort Scott, 1834). Στα τέλη του 19ου αιώνα το χωριό κατοικούνταν κυρίως από χριστιανούς ορθόδοξους.