skip to main content

Η μετακίνηση των Πληθυσμών

Παλιά και Νέα Αλικαρνασσός, μια διάκριση με κριτήριο, όχι μόνο την χρονική απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στους δυο αυτούς προσδιορισμούς της πόλης μας αλλά αφορά σε δυο διαφορετικούς τόπους: Παλιά Αλικαρνασσός (Πετρούμι) στα παράλια της Μ. Ασίας, απέναντι από την Κω, Νέα Αλικαρνασσός, οικισμός και κοινότητα της επαρχίας Τεμένους στο νομό Ηρακλείου Κρήτης, στα ανατολικά όρια της κρητικής πρωτεύουσας.
Το χρονικό όριο που σηματοδοτεί τη μετάβαση από την Παλιά στη Νέα Αλικαρνασσό είναι το έτος 1922. Καθοριστικο γεγονός: η Μικρασιατική καταστροφή. Λέξη κλειδί: προσφυγιά. Γέφυρα: οι άνθρωποι, οι μνήμες και ο πολιτισμός τους.

Για να κατανοήσουμε πως πραγματοποιείται η μετάβαση από την Παλιά στη Νέα Αλικαρνασσό είναι απαραίτητο να εντάξουμε την μετακίνηση των Αλικαρνασσέων στο γενικότερο προσφυγικό ρεύμα από την Μ. Ασία στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Κρήτη.
Η αναγκαστική αυτή μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού στον κυρίως ελλαδικό χώρο εμφανίζεται ως αποτέλεσμα συστηματικών και καλά οργανωμένων από τις τουρκικές κυβερνήσεις διωγμών. Οι Μικρασιάτες διώκονται εξαιτίας της εθνικής τους ταυτότητας. Βασική επιδίωξη της τουρκικής πλευράς ήταν η εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου από την Μ. Ασία, ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τα εδάφη αυτά, επικαλούμενη την εθνική ομοιογένεια του πληθυσμού και η ταυτόχρονη αποδυνάμωση του ελληνικού κράτους εξαιτίας της πληθυσμιακής έκρηξης που προκλήθηκε.

Οι διωγμοί των Τούρκων εις βάρος των Ελλήνων διαφοροποιούνται σε ένταση με την πάροδο των χρόνων ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες της εποχής. Από το 1908, που εμφανίζεται το κίνημα των Νεότουρκων μέχρι το 1912/13 οι διωγμοί έχουν τη μορφή μεμονωμένων δολοφονιών και δημεύσεων περιουσιακών στοιχείων. Από το 1912 μέχρι το 1914 , την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων μέχρι την έναρξη του Α' παγκόσμιου πολέμου, η μαζική εξόντωση των Ελλήνων αρχίζει να γίνεται απροκάλυπτα ενώ κατά την διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (1914 - 1918) παρατηρούνται σφαγές, διώξεις, πυρπολήσεις πόλεων και χωριών, εξορίες προς την ενδοχώρα της Τουρκίας, βίαιοι εκτουρκισμοί.
Η ένταση των διωγμών κορυφώνεται την περίοδο διακυβέρνησης του Κεμάλ (1919 - 1922) κατά την οποίαν φονεύονται με αποτρόπαια βασανιστήρια χιλιάδες Έλληνες. Αναπότρεπτη κατάληξη και κορυφαία εκδήλωση της οργής των Τούρκων αποτελεί η πυρπόληση της Σμύρνης και η συνακόλουθη Μικρασιατική καταστροφή1.
Όσοι Μικρασιάτες Έλληνες κατορθώνουν να επιβιώσουν γίνονται πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, τη «Μητέρα - Ελλάδα».

Η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης που εκφράζει το γενικότερο λαϊκό αίσθημα της εποχής αποτυπώνεται στο παρακάτω ψήφισμα του Ελληνικού Κοινοβουλίου (1921):

«Η Γ΄ εν Αθήναις Συντακτική των Ελλήνων Συνέλευσις μετά φρίκης ακούσασα την και ενώπιον αυτής μεμαρτυρημένην και εγκυρον εξιστόρισιν των αγρίων σφαγών και της κατόπιν διαγεγγραμμένου σχεδίου επιδιωχθείσης συστηματικής ολοσχερούς εξοντώσεως των ελληνικών πληθυσμών υπό των οργάνων της Τουρκικής Κυβερνήσεως κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου εν Θράκη, Πόντω και Μ. Ασία, λαμβάνουσα δε υπ' όψιν, ότι το εξοντωτικόν έργον συνεχίζεται και μετά την ανακωχήν και την υπογραφήν της ειρήνης υπό των υπολειφθέντων αδελφών εν ταις υπό των εθνικιστικών οργανώσεων του Μουσταφά Κεμάλ, κατεχομέναις εισέτι Ελληνικαίς χώραις

Ψηφίζει

Καταγγέλλει επισήμως ενώπιον του πεπολιτισμένου κόσμου τας ανηκούστους ταύτας φρικαλεότητας και διαδηλοί δια του εντονωτέρου τρόπου ότι η εθνική συνείδησις δεν δύναται πλέον ν'ανεχθή, όπως παραμένωσι του λοιπού Έλληνες υπό τον ζυγόν, αφού οι οπωσδήποτε κυβερνώντες εν Τουρκία κατεδείχθησαν ανίκανοι να διοικώσιν ετερογενείς και ετερόθρησκους πληθυσμούς και δια των απανθρώπων αυτών μεθόδων ατιμάζουσι την σύγχρονον ανθρωπότητα και τον πολιτισμόν».

(Πηγή: Οι ανθελληνικοί διωγμοί εν Τουρκία από το 1908 μέχρι του 1921, ενώπιον της Γ' εν Αθήναις Εθνοσυνελεύσεως (Συνεδρίασις 5,6,8 Απριλίου 1921) εν Αθήναις 1921, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου. Από το βιβλίο «Προσφυγική Ελλάδα (1913 - 1930). Ο πόνος και η δόξα » του Στάθη Πελαγιδη, σ.21)

Από τους κατοίκους των Δυτικών Παραλίων της Μ. Ασίας η αντίδραση ήταν ενστικτώδης. Φυγή, από την πατρική τους γη σήμαινε εμμονή στη ζωή. Ουσιαστικά ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων της Μ. Ασίας αρχίζει το 1914. Τότε, παρατηρείται και η σταδιακή άφιξη Μικρασιατών προσφύγων στην Κρήτη και ειδικότερα στο Ηράκλειο. Από το 1915- 1919 φιλοξενήθηκαν στο Ηράκλειο γύρω στις 1.500 οικογένειες από τη Μ. Ασία και τα Δωδεκάνησα, περίπου 6.000 άτομα, με καταγωγή από Τσεσμέ, Καραμπουρνά, Αλικαρνασσό, Αϊδίνι, Φώκαια και Βουρλά2.

Με τη λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι περισσότεροι επιστέφουν στις εστίες τους, ηθικά ενισχυμένοι. Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1919 οπότε ο ελληνικός στρατός αναλαμβάνει προσωρινά τη διοίκηση της Σμύρνης, που αργότερα επεκτείνεται σε ολόκληρο το Βιλαέτι Αϊδινίου. Οι νέες προστριβές Ελλήνων - Τούρκων αναγκάζουν πολλούς να μετακινηθούν στη Σμύρνη και τα περίχωρα της για λόγους ασφαλείας. Ανάμεσα τους βρίσκονται αρκετοί Αλικαρνασσείς. Το 1921 υπάρχει, βέβαια και ένας αριθμός προσφύγων που είχαν παραμείνει στο Ηράκλειο από την περίοδο του Α' διωγμού και προέρχεται κυρίως από την Αλικαρνασσό και το Αϊδίνι.

Μετά το 1922, οι Μικρασιάτες δεν θα επιστρέψουν ποτέ στις ιδιαίτερες πατρίδες τους παρα μόνο ως επισκέπτες. Το χριστιανικό στοιχείο είναι ανύπαρκτο πια στα παράλια της Μ. Ασίας. Το ίδιο ισχύει και για την Παλιά Αλικαρνασσό.:

«Μπόντρουμ γιόκ, Μπόντρουμ γιόκ, μας κοροιδεύκανε οι Τούρκοι» μαρτυρεί η Αννέζα Μαυρουδή 4, πρόσφυγας πρώτης γενιάς Ν. Αλικαρνασσού, φράση που για πολλά χρόνια ηχούσε εφιαλτικά στις ψυχές των προσφύγων δηλώνοντας το τέλος μιας εποχής και την αρχή της αναζήτησης μιας νέας πατρίδας.

Το 1914 με την ανακοίνωση της υποχρεωτικής επιστράτευσης στο τουρκικό στρατό , αρχίζει για τους Αλικαρνασσείς η εποχή της προσφυγιάς. «Από τον πρώτο χρόνο που έγινε το Σεφερμπελίκ, στα 1914 άρχισε να αδειάζει το Πετρούμι από τους Χριστιανούς. Μέσα σε ένα χρόνο κανένας δεν έμεινε. Στρατιώτες στο τουρκικό στρατό ελάχιστοι πήγανε. Είχαμε βλέπεις τη θάλασσα και τα καΐκια και μόλις είδαμε τα σκούρα , όλοι περάσαμε στα νησιά. Κάθε βράδυ έφευγε και καΐκι με χριστιανικές οικογένειες»5. «Κατεβαίνανε στη θάλασσα και πληρώνανε καΐκι 20 λίρες και τσ'επαίρνανε. Να πάνε το βράδυ ν'ανάψουνε κάνα φως, να φύουνε»6. Η θάλασσα και η εμπειρία τους λόγω της ενασχόλησης τους με τη ναυτιλία και την αλιεία διευκόλυνε τη φυγή τους. Επιβιβάζονταν στα ιδιόκτητα καΐκια τους ή σε ελληνικά καΐκια ναυλωμένα με αδρή αμοιβή για να γλιτώσουν τους θηριώδεις διωγμούς των Τούρκων, για να ζήσουν. Έφευγαν «στα κρυφά και με πονηριές και με γνωριμίες και με χρήματα»7. Οι άνδρες, μάλιστα, πολλές φορές μεταμφιέζονταν σε γριές γυναίκες ή γέρους προκειμένου να μη συλληφθούν από τους Τούρκους.

Η λιποταξία τους, αποδυνάμωνε το εχθρικό πολεμικό δυναμικό και ταυτόχρονα ενίσχυε το ελληνικό στοιχείο στον Ελλαδικό χώρο. Η ακούσια, όμως, εγκατάλειψη της πατρικής τους γης, ο ξεριζωμός τους, τους δημιούργησε ένα αίσθημα απώλειας καθολικό. Η πικρά τους αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο παρακάτω λογοτεχνικό απόσπασμα:

«Καρσί, στα μικρασιάτικα παράλια αναβοσβήνουνε φωσάκια, αναβοσβήνουνε μάτια. Καρσί αφήσαμε συγυρισμένα σπίτια, κλειδωμένες σερμαγιές, στεφάνια στο κονοστάσι, προγόνους στα κοιμητήρια. Αφήσαμε παιδία και γονιούς και αδέρφια. Νεκροί άταφοι. Ζωντανοί δίχως σπίτια. Βρικολακιασμένα όνειρα. Εκεί. Καρσί, ήταν ίσαμε χτες η πατρίδα μας!» (Διδώ Σωτηρίου ,Ματωμένα Χωματα, σ.339).

Οι περισσότεροι Αλικαρνασσείς πέρασαν απέναντι στα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν τότε υπό Ιταλική διοίκηση (Κω, Κάλυμνο, Ψέρημο, Λέρο). Εκεί συνάντησαν πολλές δυσκολίες κυρίως γιατί οι Ιταλοί δεν επέτρεπαν την αποβίβαση των προσφύγων για να αποτρέψουν την ενίσχυση του ελληνικού πληθυσμού.

«Περάσαμε, λοιπόν, με το καΐκι Κω, μπήκαμε μεσ' το λιμάνι. σαν πήγαμε όμως να κατεβούμε ήρθανε Ιταλοί λιμενικοί και απαγορεύανε να πατήσουμε το πόδι μας στη Κω. Ιταλική κατοχή ήτανε τότες τα Δωδεκάνησα. Μείναμε στο καΐκι μεσ' το λιμάνι, τη νύχτα, και πρωί - πρωί ,μόλις πήρε να φέγγει, κινήσαμε για Κάλυμνο»8. Συνήθως, αποβιβάζονταν κρυφά σε απόμερες βραχώδεις παραλίες. «Το καΐκι ήτανε γεμάτο γυναίκες και παιδία. Ένα άνδρα μόνο, τον είχανε προστάτη. Φτάσανε στη Κω αλλά οι Ιταλοί τους έδιωξαν. Μετά πήγανε από πίσω και κατεβήκανε σε κάτι βράχια, μείνανε λίγες μέρες, αλλά δεν είχε ψωμί. Κινήσανε για Κάλυμνο. Εκεί γεννήθηκα εγώ. Δυσκολευτήκανε, τους βοηθούσανε βέβαια όπως μπορούσανε οι Καλύμνιοι. Η μάνα μου, λέει, έδινε χρυσαφικά για να πάρει αλεύρι, να μας ταΐσει. Ο πατέρας μου ήταν Αμερική»9. Παρά τις δυσκολίες κάποιοι Αλικαρνασσεις αστοί με σχετική οικονομική ευχέρεια κατορθώνουν να παραμείνουν νόμιμα στα Δωδεκάνησα, εκδίδουν ιταλική ταυτότητα, με το καιρό στήνουν τις μικροεπιχειρήσεις και τα νοικοκυριά τους.

Οι λίγοι μορφωμένοι βρίσκουν καταφύγιο στο Πειραιά και την Αθήνα όπου αργότερα ιδρύθηκε η "Φιλανθρωπική Ένωση Αλικαρνασσέων Αθηνών ο «ΗΡΟΔΟΤΟΣ»10" και εκδίδεται η εφημερίδα «Αλικαρνασσός»11 (έτος ίδρυσης 1933). Ανάμεσα τους βρίσκονται ο Ανδρέας Οικονονομίδης, ιατρός, ο Λουκάς Αναστασιάδης, ο Περικλής Φωκιάδης και Απόστολος Μουζουράκης, υπεύθυνος της εφημερίδας «Αλικαρνασσός» και συγγραφέας του βιβλίου «Αλικαρνασσός, η γενέτειρα πατρίδα μου» από το ποιο μόνο αποσπάσματα έχουν εκδοθεί12.

Μια άλλη μικρή ομάδα, κυρίως άνδρες, μεταναστεύουν στην Αμερική, ήδη από την περίοδο του πρώτου διωγμού, προς αναζήτηση εργασίας. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο ‘‘Campbell - Ohio'' και ελάχιστοι στην περιφέρεια ‘‘Μποστον'' όπου εργάστηκαν σκληρά για να ορθοποδήσουν. «Εζήσαμε όλα μας τα χρόνια λυπημένοι και φοβισμένοι επειδή όλα ήταν δι' ημάς ξένα, η γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, το περιβάλλον ανάμεσα σε αγνώστους ανθρώπους. Από δουλείες ήταν δύσκολο να βρούμε και να βρίσκαμε καμία δεν μας επλήρωναν αρκετά να καλυφθούν τα έξοδα»13. Οι άνθρωποι αυτοί καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να διατηρήσουν τα ήθη και τα έθιμα τους, τους συγγενικούς και πνευματικούς τους δεσμούς με την γενέτειρα τους. «Οι συμπατριωται του ‘‘Campbell - Ohio'' ζουν με τη σκέψη πάντοτε για σας εδώ κάτω, δεν βλέπουν τίποτε άλλο παρά τη δουλεία τους, αφοσιωμένοι στην οικογένεια τους, αγαπούν εξαιρετικά ο,τι το Ελληνικόν και πονούν για κάθε συμπατριώτη πρόθυμοι πάντοτε να βοηθήσουν και να συνδράμουν κάθε τι το προοδευτικόν, δια το σύνολον των συμπατριωτών όσων και όπως μπορούν»14. Ανάμεσα τους βρίσκεται ο Σταμάτιος Αβάρας, συγγραφέας του βιβλίου «Το Μαυσωλείον της Αλικαρνασσού» (Ν. Υόρκη 1956).

Οι πρώτοι Αλικαρνασσεις πρόσφυγες φτάνουν στην Κρήτη, στη περιοχή της Σητείας και από εκεί στο Ηράκλειο το 1914. Διέμεναν σε παραπήγματα, στην περιοχή της Χανιώπορτας. Απ' αυτους λίγοι επιστέφουν στις εστίες τους την περίοδο 1918 - 1919. Το 1921 οι περισσότεροι πρόσφυγες που παραμένουν στο Ηράκλειο είναι από την Αλικαρνασσό και το Αϊδίνι.

Το καλοκαίρι του 1922 πραγματοποιείται η πρώτη μαζική άφιξη προσφύγων στη πόλη του Ηρακλείου: χίλιοι πρόσφυγες από τη Χίο και τον Πειραιά. Στις 23 Σεπτεμβρίου ο τύπος της εποχής αναφέρει ότι στο Ηράκλειο αποβιβάστηκαν 10.000 ενώ στις 12 Οκτωβρίου ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί κατά 6000. Ο ιστορικός Ν. Ανδριώτης σχολιάζει τον αριθμό ως υπερβολικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από την πολιτογράφηση των προσφύγων το 1923 στο Ηράκλειο εγκαταστάθηκαν 12.070 πρόσφυγες από τη Μ Ασία, 325 από τους οποίους κατάγονται από την παλιά Αλικαρνασσό15. Η υποδοχή των προσφύγων και η περίθαλψη τους αποτελούσε δύσκολο έργο τόσο για τον κρατικό μηχανισμό όσο και για την τοπική κοινωνία που ξαφνικά έπρεπε να ενσωματώσει στους κόλπους της ένα τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων με τεράστιες ανάγκες.

Η κινητοποίηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και της τοπικής κοινωνίας είναι άμεση. Πραγματοποιείται σύσκεψη στη Νομαρχία στις 12 Σεπτεμβρίου 1922 για την σύσταση 16μελούς επιτροπής, που ονομάστηκε «Κεντρική Επιτροπή Περιθάλψεως Ηρακλείου» με στόχο τη λήψη μέτρων προς ανακούφιση των προσφύγων16. Η Επιτροπή αυτή συγκροτεί 7 υποεπιτροπές για πιο  οργανωμένη αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος: Διανομής σάκων και οικιών, διανομής άρτου, Συνεισφορών, Γραφείου Απογραφής, Υγειονομικού, Ηθικής Αντιλήψεως και Γραφείου εργασίας. Διενεργούνται έρανοι για την οικονομική ενίσχυση των προσφύγων οι οποίοι βρίσκονται σε ξένη γη , χωρίς στέγη, χωρίς τροφή, χωρίς εργασία. Η φιλανθρωπία και η συγκίνηση των Ηρακλειωτών από το δράμα των προσφύγων μεταφράζεται σε προσφορά χρημάτων, τροφής, ρουχισμού, και στέγης. Ο Εμπορικός Σύλλογος Ηρακλείου συγκεντρώνει ένα σεβαστό ποσό17 και είναι ακόμη αξιοσημείωτο ότι ακόμη και η Μουσουλμανική κοινότητα διενεργεί έρανο για την ενίσχυση των προσφύγων18, δέκα αρτοποιεία αρχίζουν να παράγουν ψωμί καθημερινά, φαρμακεία προσφέρουν φάρμακα με έκπτωση, γιατροί εξετάζουν δωρεάν ασθενείς πρόσφυγες. Ιδιώτες διέθεταν δωμάτια και ενδύματα. Γρήγορα, δραστηριοποιούνται και διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις με πρωτοπόρο τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό. Από την πλευρά του ελληνικού κράτους τις σχετικές αρμοδιότητες αναλάμβανε το Υπουργείο Περιθάλψεως που είχε ιδρυθεί το 191719.

Οι χώροι στους οποίους στεγάστηκαν προσωρινά οι πρόσφυγες στο Ηράκλειο ήταν : το σχολείο αρρένων Κοκκινάκη, το Παρθεναγωγείο Αγίου Μηνά, η Αρμένικη εκκλησία, ο Τεκές Μπαλτά Τζαμί, το Α' Γυμνασιακό Παρθεναγωγείο, ο Τεκές κοντά στο Γυμναστήριο, το Μουσουλμανικό σχολείο, το Βεζύρ Τζαμί, το Βαλιδέ Τζαμί, η μεγάλη οικία Ζερκιγιαδάκη, το παλαιό καπνοκοπτήριο, η οικία Καλοκαιρινού, η οικία Σινά, το θέατρο και οι αποθήκες του Τελωνείου, ο στρατώνας στη πλατεία Τριών Καμάρων, οι αποθήκες Καλοκαιρινού στη Χανιώπορτα καθώς και ιδιωτικές οικίες σε διάφορες περιοχές της πόλης 20. Αλλά αυτά τα κτίρια, τα είχαν προσφέρει οικειοθελώς οι γηγενείς Ηρακλειώτες επηρεασμένοι από το ανθρώπινο δράμα των Μικρασιατών και άλλα τα είχαν επιτάξει οι αρμόδιοι φορείς του Ελληνικού κράτους λόγω των έκτακτων αυτών γεγονότων. Ειδικά για τους Αλικαρνασσεις υπάρχει η πληροφορία ότι φιλοξενήθηκαν στα παραπήγματα της Χανιώπορτας, σε ιδιωτικά ή δημόσια κτίρια στη περιοχή Ακ Τάμπια, στο Βαλιδέ Τζαμί, στους τούρκικους στρατώνες και στα τούρκικα μετόχια του Κατσαμπά 21.

Παρόλη τη φιλότιμη προσπάθεια που καταβλήθηκε ήταν αδύνατη η κάλυψη των υλικών αναγκών τόσων ανθρώπων. Ο πληθυσμός του Ηρακλείου είχε σχεδόν διπλασιαστεί και το γεγονός αυτό ήταν φυσικό να προκαλέσει στη πορεία προβλήματα και αντιδράσεις των γηγενών κατοίκων καθώς η καθημερινή ομαλή ζωή τους είχε διαταραχθεί, χωρίς να μπορούν να ελπίζουν σε μια βραχυπρόθεσμη και αποτελεσματική λύση που θα οδηγούσε στη πολυπόθητη προσφυγική «αποκατάσταση». Το σπουδαιότερο πρόβλημα ήταν η στέγαση των προσφύγων, γεγονός που αποτελούσε τον πυρήνα σωρού προβλημάτων. Η διαμονή τους ασφυκτική σε μικρούς χώρους όπου δεν τηρούνται οι βασικοί κανόνες υγιεινής και οι ανεπαρκής σίτιση τους δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για ανάπτυξη μικροβίων και μετάδοση αυτών. Επιδημικές ασθένειες όπως τύφος και οστρακιά απειλούν το πληθυσμό του Ηρακλείου, γηγενή και προσφυγικό και αυξάνουν τη θνησιμότητα του. Επίσης, η λειτουργία των κτισμάτων που έχουν επιταχθεί, έχει ανασταλεί και συχνά οι κάτοικοι του Ηρακλείου διαμαρτύρονται φοβούμενοι διαιώνιση της κατάστασης. Επίσης, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η τοπική κοινωνία και αγορά να απορροφήσει το πολυπληθές εργατικό δυναμικό, αυξάνει την ανεργία και δημιουργεί αμηχανία και αγανάκτηση στους κάτοικους22.

Το 1923, μετά την Συνθήκη της Λωζάνης και την οριστική ανταλλαγή των πληθυσμών, ιδρύεται η Ε.Α.Π., ένας αυτόνομος οργανισμός με πλήρη νομική υπόσταση με σκοπό την εξασφάλιση για τους πρόσφυγες παραγωγικής απασχόλησης αγροτικής ή αστικής αξιοποιώντας τα κεφάλαια και τη γη που της διέθεσε το ελληνικό κράτος. Για το έργο της, η Ε.Α.Π, 4μελής επιτροπή με έδρα την Αθήνα, ήταν υπόλογη τόσο στην ελληνική κυβέρνηση όσο και στην Κοινωνία των Εθνών. Στην Κρήτη λειτουργεί μια επιθεώρηση της Ε.Α.Π. με 4 γραφεία Εποικισμού, 1 για κάθε νομό. Τελικά, οι αρμοδιότητες της Ε.Α.Π. περιορίστηκαν στη κατασκευή κατοικιών μια και η πλήρης επαγγελματική αποκατάσταση των αστών προσφύγων κρίθηκε αδύνατη λόγω έλλειψης κεφαλαίων23.

Έτσι εντατικοποιείται η προσπάθεια εύρεσης κατοικίας για τους πρόσφυγες και παρατηρείται έξαρση στις οικοδομικές εργασίες σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως κοντά στα αστικά κέντρα, που επιφέρει επέκταση των ορίων των πόλεων και δημιουργία νέων συνοικισμών. Άμεσος στόχος της Ε.Α.Π. είναι η ολοκλήρωση του κάθε αστικού συνοικισμού και η οργάνωση του σε αυτοδιοικούμενη κοινότητα που θα ενταχθεί στο δήμο, όπου ανήκει. Όσο αφορά τους αγρότες, κρίθηκε αναγκαία η δημιουργία μικρών αγροτικών ιδιοκτησιών, η έκταση των οποίων κρίθηκε ανάλογα με το μέγεθος των οικογενειών, την ποιότητα του εδάφους και το είδος της καλλιέργειας24. Τις προσπάθειες της Ε.Α.Π. για την αποκατάσταση των προσφύγων διευκόλυνε και η οριστική αναχώρηση των Μουσουλμάνων το 1924. Η ανταλλάξιμη Μουσουλμανική περιούσια στη Κρήτη ήταν 8.673 κτήματα, τέθηκε στη διάθεση του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια στους πρόσφυγες. Το έργο της Ε.Α.Π. τελειώνει το 1930, την συνέχεια του οποίου αναλαμβάνουν οι κρατικές υπηρεσίες, η Εθνική Τράπεζα και η Αγροτική Τράπεζα25.

Ένας από τους 5 πρώτους συνοικισμούς που κατασκευάζονται στην ελληνική επαρχία με ευθύνη της Ε.Α.Π., μέχρι 31/12/1924, είναι η Νέα Αλικαρνασσός (οι υπόλοιποι 4 είναι στην Κομοτηνή, Ξάνθη, Διδυμότειχο και Αλεξανδρούπολη).26

Η Ν. Αλικαρνασσός βρίσκεται στο 2,5 χλμ. της κεντρικής αρτηρίας Ηρακλείου - Λασιθίου, στην ανατολική πλευρά του Ηρακλείου. Η γη που παραχωρήθηκε για την ίδρυση του προσφυγικού αυτού συνοικισμού ήταν 6000 στρέμματα με σύνορα από το Βορρά το κρητικό πέλαγος, από την Ανατολή και το Νότο, τα όρια της επαρχίας Πεδιάδος και από τη Δύση, το Σιλαμιανό ποταμό27. Για την περιοχή αυτή χρησιμοποιούνταν ανάλογα τοπωνύμια, Μέσα Κατσαμπάς ή Ρουσσές. Ήταν αραιοκατοικημένη και τα λίγα σπίτια που υπήρχαν ήταν κάποια τουρκικά μετόχια όπως το Μετόχι του Κόνιαλη, κτίσματα του οποίου διασώζονται μέχρι σήμερα (οικία Πουλιού). Ο χώρος αυτός τηρούσε όλες τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τη Διεύθυνση Εποικισμού ώστε να αναδειχθεί σε νέα πατρίδα για τους ξεριζωμένους Πετρουμιανούς. Βασικό σημείο για την επιλογή του ήταν η παραθαλάσσια επίπεδη θέση του που δημιουργούσε στους Αλικαρνασσείς πρόσφυγες συναισθήματα οικειότητας και αποδοχής και ταυτόχρονα εξασφάλιζε επαγγελματικά πολλούς απο αυτούς αφού η κύρια ασχολία τους ήταν η αλιεία. Την ανάθεση του έργου διενέργησε η Ε.Α.Π. σε συνεργασία με το τοπικό Γραφείο Εποικισμού και το υπουργείο Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως ενώ πρωτεύοντα ρόλο στην προσπάθεια ανασύστασης της κοινότητας είχε ο Μιχάλης Ελευθεριάδης, πρώτος πρόεδρος της Ν. Αλικαρνασσού από το 1925 μέχρι το 193528.

Η διαδικασία ίδρυσης της Ν. Αλικαρνασσού είχε ξεκινήσει από το 1924. Αρχικά, εξελέγει η «αγροτοαστική ομάδα Αλικαρνασσού», μέλη της οποίας ήταν ο Μ. Ελευθεριάδης, ο Δημητριάδης, ο Βαρδαξής, ο Χατζηιωάννου, ο Σταμπουλής με σκοπό να καταγράψουν τους Αλικαρνασσεις πρόσφυγες που θα αποτελούσαν τον πυρήνα του νέου συνοικισμού .Στις 15/10/1924 προκηρύσσεται διαγωνισμός για την ανέγερση 300 οικιών. Οι εργασίες θα διαρκούσαν 3 μήνες ενώ το κόστος του έργου εκτιμήθηκε μέχρι 5.000.000 δραχμές. Το έργο περατώθηκε το καλοκαίρι του 192529 και ήταν αποτέλεσμα προσπαθειών τόσο της εργολάβου εταιρίας όσο και των κατοίκων της Ν. Αλικαρνασσού οι οποίοι καθημερινά προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αφιλοκερδώς. Κατά τη διάρκεια ανέγερσης των οικιών αυτών οι δικαιούχοι πρόσφυγες διέμεναν κοντά στον οικισμό, σε πρόχειρα καταλύματα, σκηνές ή παράγκες. «Τότε μέναμε σε μια ξύλινη παράγκα, ένα δωμάτιο ήτανε, δίπλα στο καμίνι 2 οικογένειες. Ο πατέρας μου ο Παράσχος ο Μπαλαλής έβγαζε τον ασβέστη. Περιμέναμε να χτιστεί η Αλικαρνασσός. Όλοι βοηθούσανε και βιαζότανε να τελειώσουν, να πάνε ο καθένας σπίτι του, να στήσουν νοικοκυριά. Πολλοί μπήκανε στα σπίτια αυτά πριν καλά-καλά, τελειώσουν»30. Επίσημα, οι δικαιούχοι παραλαμβάνουν τα σπιτικά τους το 192531.

Η νέα πόλη είχε χωριστεί σε τρεις ζώνες ανάλογα με τα επαγγέλματα των οικιστών. Η βόρεια ζώνη τα «θαλασσινά» παραχωρήθηκαν στους αλιείς, η νότια τα «γεωργικά» στους αγρότες ενώ η ενδιάμεση κεντρική ζώνη, τα «αστικά» σ'αυτούς που είχαν αναπτύξει αστικές δραστηριότητες, εμπόρους, τεχνίτες, κτίστες, εργάτες. Το σχέδιο της πόλης είχε καλή ρυμοτομία και προέβλεπε την ολοκλήρωση ελεύθερων χώρων και άνετων δρόμων. Τα οικόπεδα που παραχωρήθηκαν είχαν διαστάσεις 11Χ22 ή 11Χ24 και η αξία τους μαζί με την οικία εκτιμήθηκε στις 25.000- 30.000 δραχμές ποσό από το οποίο οι δικαιούχοι υποχρεώνονταν να προκαταβάλουν το 5%. Με την εξόφληση του ποσού αυτού θα αποκτούσαν τους τίτλους πλήρους κυριότητας των οικιών. Στους γεωργούς παραχωρήθηκαν 10,12 ή 15 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης , μαζί με οικίες δυο δωματίων. Το ένα από τα δωμάτια θα χρησιμοποιούνταν ως στάβλος ή αποθήκη. Στους αστούς δόθηκαν ‘‘ομολογίες'' ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών από το ομολογιακό δάνειο του 1924. Τελικα η αξία του χρηματικού αυτού βοηθήματος μειώθηκε αισθητά καθώς κάποιοι από ανάγκη εξαργύρωσαν τις ομολογίες σε πολύ χαμηλότερη τιμή.

Η ιστορικός Ελένη Τζεδάκη - Αποστολάκη μετά από επιτόπια έρευνα καταλήγει στα παρακάτω συμπεράσματα32: «Οι οικίες ήταν κεραμοσκεπείς, μονόχωρες ή δίχωρες ανάλογα με τον αριθμό των κατοίκων, με ανεξάρτητο μικρό δωμάτιο (αποχωρητήριο) χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση και αποχέτευση. Το υλικό της τοιχοποιίας ήταν από πέτρες, με ξύλινα ψαλίδια και συνδετική ύλη κονίαμα (κοκκινόχωμα), τσιμεντένια πρέκια πάνω από τα ανοίγματα (πορτοπαράθυρα) και επιχρίσματα. Οι πόρτες και τα παράθυρα καρφωτά (παράλληλες ξύλινες τάβλες με τραβέρσες τοποθετημένες παράλληλα ή χιαστί από την εσωτερική πλευρά) και το δάπεδο από μπετόν αρμέ με άμμο και βότσαλα θαλάσσης». Από αυτά τα σπίτια ελάχιστα διασώζονται μέχρι σήμερα.

Σχετικά, με τον αρχικό πληθυσμό της Ν. Αλικαρνασσού μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες η μελέτη του δημοτολογίου της πόλης μας (1937) από την ιστορικό Ελ. Τζεδάκη - Αποστολάκη. Η ιστορικός καταλήγει ότι τον πληθυσμό της Ν Αλικαρνασσού αποτελούσαν 350 πολυμελείς οικογένειες με καταγωγή από την Παλιά Αλικαρνασσό ή τα περίχωρα (Μπααλά, Κεφαλούκα, Μέλασσος, Κοθιτζάκι) και την ευρύτερη περιοχή της Μ.Α. (Μαινεμένη, Σμύρνη, Αϊβαλί κ.α.). Κύριες ασχολίες τους ήταν η αλιεία , η γεωργία και οι οικοδομικές εργασίες. Πρώτος σταθμός στη μετακίνηση τους ήταν τα Δωδεκάνησα. Ακόμα και στη Ν.Α. αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετακινηθούν προς την ύπαιθρο της Κρήτης κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου33. Το 1928, η Ν. Αλικαρνασσός είχε 1.500 κατοίκους από τους οποίους οι 1317 ήταν πρόσφυγες34. Οι υπόλοιποι ήταν κρητικοί, η έλευση των οποίων στο νέο συνοικισμό μαρτυρείται ήδη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του. Η συνεχής αύξηση του πληθυσμού της Ν. Αλικαρνασσού αποδεικνύει και την προοδευτική της ανάπτυξη. Στην απογραφή του 1940 αναφέρονται 2.127 κάτοικοι, το 1951 αυξάνονται σε 2.912, το 1961 σε 5.132 ενώ το 1971 σε 6.18535. Ειναι πάντως γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της Ν. Α. ο πληθυσμός της ενισχύεται από Αλικαρνασσεις πρόσφυγες που καταφθάνουν στην Ν.Α. από τα Δωδεκάνησα ή την Αθήνα και τον Πειραιά είτε μετά από προσωπική τους επιθυμία για να διατηρήσουν ευκολότερα τους συγγενικούς δεσμούς τους είτε ως αποτέλεσμα της οργανωμένης προσπάθειας του Μ. Ελευθεριάδη, προέδρου της Ν.Α. να συγκεντρώσει τους απανταχού Αλικαρνασσεις και να επιτευχθεί η επιθυμητή ομοιογένεια του πληθυσμού.

Η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Αλικαρνασσού αποτέλεσε μια δύσκολη πρόκληση για τους Αλικαρνασσείς πρόσφυγες, την οποία αποδέχθηκαν με πείσμα παρόλο που βαθιά στις ψυχές τους πίστευαν πως σύντομα θα ξαναγύριζαν στα μέρη τους, στο Πετρούμι. «Καλή πατρίδα! Καλό ταξίδι» εύχονταν όταν έπιναν κατά τη διάρκεια των γευμάτων τους. Η πίκρα και η νοσταλγία τους, όμως, δεν έδρασαν ανασταλτικά. Με σκληρή δουλειά και ανεξάντλητη ψυχική δύναμη προσπαθούσαν να «αναστήσουν» την χαμένη τους πατρίδα. Η σύγκριση του παλιού και του νέου τόπου τους ήταν διαρκής και τους ωθούσε σε ολοένα μεγαλύτερες θυσίες ώστε η Νέα Αλικαρνασσός να αναδειχθεί σε άξια διάδοχο της Παλιάς36.

Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την τέχνη της οικοδομής την οποία ασκούσαν και στην Παλιά Αλικαρνασσό. Ήταν άριστοι τεχνίτες και γρήγορα κατάφεραν να επιβληθούν με τις γνώσεις και την εργατικότητα τους στην τοπική αγορά του Ηρακλείου. Επιπλέον, το γεγονός ότι αποτελούσαν φτηνό εργατικό δυναμικό τους έκανε περιζήτητους. Η επαγγελματική αποκατάσταση των αλιέων και των γεωργών ήταν σαφώς δυσκολότερη. Οι σπόροι, τα ζώα και τα εργαλεία που πρόσφερε η Ε.Α.Π. δεν ήταν επαρκή. Το έδαφος και το κλίμα δεν τους ευνοούσε. Την κατάσταση αυτή περιγράφει χαρακτηριστικά ο Απ. Μουζουράκης: «Οι Αλικαρνασσείς, τόσον οι θαλασσινοί όσον και οι γεωργοί δεν ηδύναντο με επιτυχία, να επιδοθούν εις το επάγγελμα των λόγω αφ' ενός των γνωστών δυσμενών θαλάσσιων ρευμάτων της κρητικής παραλίας και αφ' ετέρου του ανεπαρκούς και ακαταλλήλου γεωργικού εδάφους, δεδομένου ότι η περιοχή αυτή είναι από τας πιο αγόνους (ολίγα ελαιόδενδρα και αμπέλια), αναγκασθέντες ούτω, να στραφούν εις το επάγγελμα του κτίστου που ήταν τότε εις μεγάλην ακμήν εξ' αιτίας της ανοικοδομήσεως των συνοικισμών και της μετέπειτα επεκτάσεως των»37.

Οι περισσότεροι αγρότες καλλιεργούσαν μικρούς λαχανόκηπους ή δούλευαν σε καλλιέργειες κρητικών στα κοντινά χωριά , κυρίως σε αμπελοκαλλιέργειες στον Καρτερό. Είναι εξακριβωμένο ότι η παραγωγή της σταφίδας (σουλτανίνα) αυξήθηκε σημαντικά μετά την έλευση των προσφύγων στην Κρήτη. Οι λεμβούχοι Αλικαρνασσείς ασχολούνταν με την αλιεία και τις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων σε κοντινά λιμάνια της Κρήτης ενώ οι υπόλοιποι «θαλασσινοί » έγιναν εργάτες στο λιμάνι του Ηρακλείου38.

Η καθημερινή ζωή των Αλικαρνασσέων ήταν γεμάτη προβλήματα ,αλλά η συμμετοχή τους στον αγώνα για βελτίωση των συνθηκών ήταν καθολική και αδιάκοπη. «Πάντοτε πρόθυμοι είς την φωνήν των διοικούντων τον συνοικισμόν μας, οι  Αλικαρνασσείς, νέοι, γέροι και παιδία, εργάζονται εθελοντικώς δια την κατασκευήν των κοινωφελών δημοτικών έργων Ν. Αλικαρνασσού» 39. Σιγά - σιγά τα δέντρα μεγάλωναν, τα μικρά ομοιόμορφα σπίτια ομόρφυναν με την αξιοσύνη των Πετρουμιανών γυναικών, οι άνθρωποι άρχισαν να ντύνονται καλύτερα, έστησαν την δικιά τους εκκλησία, μια παράγκα, εκεί όπου αργότερα οικοδομήθηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, ιδρύσαν το δικό τους σχολείο, την ΄΄Ηροδότειο Δημοτική Σχολή΄΄, απέκτησαν ύδρευση, προχώρησαν στην ασφαλτόστρωση δρόμων.

Στην ανοδική τους πορεία δεν έλειψαν και οι περίοδοι κρίσεων λόγω φυσικών, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων. Τον Οκτώβριο του 1925 μια ξαφνική καταιγίδα προκαλεί ζημιές στις οροφές των νεόκτιστων σπιτιών τους ενώ ο δυνατός σεισμός του 1926 καταστρέφει πολλά από αυτά.. Η διεθνής οικονομική κρίση του 1929 κλυδώνισε και την ανάπτυξη των Αλικαρνασσεων .Η ανεργία και οι αυξημένες υλικές ανάγκες οδηγούν κάποιους σε κοντινά χωριά ή ακόμα και στην Αθήνα για αναζήτηση εργασίας . Κατά τη διάρκεια του Β' παγκόσμιου πολέμου οι κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν και πάλι τις εστίες τους για λόγους ασφαλείας40.

Η ανεργία, οι οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν τους Αλικαρνασσείς να στραφούν στην εργασία ήδη από τα παιδικά τους χρόνια με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να εγκαταλείπουν την εκπαίδευση από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Το ενδιαφέρον τους για την εκπαίδευση και τον πολιτισμό εκδηλώνεται οργανωμένα σε περιόδους που οι βασικές βιοτικές τους ανάγκες καλύπτονται επαρκώς. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και σε δύσκολες στιγμές δεν έπαψαν να εκδηλώνουν τα στοιχεία εκείνα που χαρακτήριζαν τη Μικρασιατική αγωγή τους. Μπορεί να μην κατάφεραν να διασώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία αλλά κατόρθωσαν να μεταφέρουν τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις τους, τις περίφημες ΄΄στιχοπλακιές'' τους, τη μουσική και τους χορούς, γεύσεις κι αρώματα Μ Ασίας, στοιχεία που με τον καιρό διασταυρώνονται γόνιμα με την κρητική παράδοση και διαμορφώνουν το ιδιαίτερο χαρακτήρα των κατοίκων της Ν. Αλικαρνασσού.

 

 

Παραπομπές

  1. Πελαγίδης Στάθης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930). Ο πόνος και η δόξα . σ. 15-17
  2. Ανδριώτης ν., Η άφιξη και η εγκατάσταση των Μικρασιατων προσφύγων στην Κρήτη και ειδικότερα στο Ηράκλειο, στον τόμο «Ο μίτος της Αριάδνης»,. Ξετυλίγοντας την ιστορία της πόλης του Ηρακλείου., Ηράκλειο 1999, σ.228
  3. Ανδριώτης ν., όπου παραπάνω, σ.238-239
  4. Μαρτυρία Αννέζα Μαυρουδή από το υλικό που συγκέντρωσε σε εργασία της η Περιβαλλοντική ομάδα Γυμνάσιου Ν. Αλικαρνασσού με εποπτεία των φιλολόγων Ζιάραγκα, Καρτσωνάκη, Ζιώγου, Τσατσάκη.
  5. Η Έξοδος, τομ.Α' , Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας (επιμ.φ. Αποστολόπουλος, Αθήνα 1980, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, σ.217
  6. Μαρτυρία Ειρήνης Καρλή, πρόσφυγα πρώτης γενιάς
  7. Η Έξοδος, όπου παραπάνω σ.217
  8. Η Έξοδος, όπου παραπάνω σ. 218
  9. Συνέντευξη Ανθούλας Γιαουρτά, πρόσφυγα δεύτερης γενιάς.
  10. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, «Μικρασιάτες πρόσφυγες στο Ηράκλειο. Το παράδειγμα της Ν. Αλικαρνασσού», πεπραγμένα Η' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Γ2, Ηράκλειο 2000, σ.106
  11. Η εφημερίδα «Αλικαρνασσός» ιδρύθηκε το 1933 ως μηνιαία εφημερίδα με έκδοτη τον Απόστολο Μουζουράκη. Τα γραφεία της εφημερίδας ήταν στην οδό Υπατίας 7 στην Αθήνα.
  12. Ν.Α. Κεφαλληνιάδης, «Μνήμες από την Ανατολή : ανέκδοτα ημερολόγια, παραδόσεις ,τραγούδια, έγγραφα, Αθήνα 1988, εκδόσεις Φιλιππότη.
  13. Εφημ. Αλικαρνασσός , 20/03/1954, Αρ. Φύλλου 13
  14. Εφημ. Αλικαρνασσός ,05/07/1953, Αρ. Φύλλου 5
  15. Ανδριώτης Κ.- Ανδριώτης Ν., «Η άφιξη και η πρώτη εγκατάσταση των Μικρασιατων προσφύγων στην πόλη του Ηρακλείου. Ο αριθμός των αφιχθέντων και η συμβολή τους στη μεταβολή των πληθυσμιακών δεδομένων της πόλης»,Πεπραγμένα Η΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ Γ1, Ηράκλειο 2000.σ.21,26,30
  16. Νέα Εφημερις,22-9-1922
  17. Νέα Εφημερις,20-9-1922
  18. Νέα Εφημερις,29-9-1922
  19. Ανδριώτης Κ.- Ανδριώτης Ν., όπου και παραπάνω σ.22
  20. Ανδριώτης Κ.- Ανδριώτης Ν., όπου και παραπάνω σ.22
  21. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω σ.106
  22. Ανδριώτης Κ.- Ανδριώτης Ν., όπου και παραπάνω σ.22-24
  23. Κοινωνία των Εθνών, Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, Αθήνα 1997,σ.18-19
  24. Κοινωνία των Εθνών, Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, Αθήνα 1997.
  25. Ανδριώτης Ν., όπου και παραπάνω
  26. Πελαγίδης Στάθης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930).
  27. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω σ.108-109
  28. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω, σ.107
  29. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω σ.110
  30. Συνέντευξη Ανθούλας Γιαουρτά, πρόσφυγα δεύτερης γενιάς
  31. Νέα Εφημερίς, 03/07/1925
  32. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω, σ.110-112
  33. Τζεδάκη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω, σ.106-107
  34. Ανδριώτης Ν., όπου παραπάνω, σ.239
  35. Σπανάκης Σ., Πόλεις και Χωριά της Κρήτης,σ.94
  36. Μαρτυρία Αικατερίνης Αλεξανδρή
  37. Εφ. Αλικαρνασσός, 15/01/1954, αρ. Φύλλου 11
  38. Τζεδακη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω
  39. Εφημ. Αλικαρνασσός, 15/01/1954, αριθμ. Φύλλου 11
  40. Τζεδακη- Αποστολάκη Λένα, όπου παραπάνω
  41. Κοντοσόπουλος Ν., Το ιδίωμα της Αλικαρνασσού της Μικράς Ασίας, Πρακτικά του τέταρτου Διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνικής διαλεκτολογίας, Αθήνα 2003
  42. Λαϊκά παραμύθια και Παραμυθάδες από τη Μικρά Ασία. 1, Αλικαρνασσός. Το καλό και το κακό κορίτσι (επιστ. Υπεύθυνη Μάνια Καπλάνογλου) Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, 2002
  43. Εφημ. Αλικαρνασσός , Απρίλιος 1957, αρ. Φύλλου 49-50
  44. Ζαιμάκης Γιάννης, Κοινωνική ενσωμάτωση και πολιτισμική διαφοροποίηση : Μικρασιάτες μουσικοί στο μεσοπολεμικό Ηράκλειο, Δοκιμές, Επιθεώρηση κοινων. Σπουδών, Φθινόπωρο 2001, σ.130-131
  45. Σπανάκης Σ., όπου παραπάνω, σ.94.