skip to main content

Προϊστορική Κρήτη

Η ανασκαφική έρευνα στο νησί άρχισε να αναπτύσσεται την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Η πρώτη ανασκαφή στην Κνωσό έγινε από τον Ηρακλειώτη έμπορο Μίνω Καλοκαιρινό ο οποίος ανέσκαψε κατά το 1878 τμήμα του λόφου Κεφάλα της Κνωσού και έφερε στο φως τμήμα των αποθηκών ενός μεγάλου κτιρίου το οποίο ταύτισε με το ανάκτορο του Μίνωα. Η συστηματική όμως έρευνα τις προϊστορικής Κρήτης ξεκίνησε το 1900 με τις ανασκαφές του Άρθουρ Έβανς που οδήγησαν τελικά στην ανακάλυψη του ανακτόρου της Κνωσού. Παράλληλα με την έρευνα του Έβανς γινόταν και άλλες ανασκαφές κυρίως στο κεντρικό και ανατολικό μέρος του νησιού, τόσο από ξένους όσο και από Έλληνες αρχαιολόγους. Έτσι σε σύντομο σχετικά διάστημα ήρθαν στο φως και άλλα κέντρα του μινωικού πολιτισμού όπως τα Μάλια, η Ζάκρος, η Φαιστός, η Τύλισος ο Μόχλος και άλλα. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι ανασκαφές, από Έλληνες κυρίως αρχαιολόγους, πολλαπλασιάστηκαν και επεκτάθηκαν και στο δυτικό τμήμα του νησιού.

Κατά το τέλος της Ύστερης Νεολιθικής, γύρω στο 2800 π.Χ. παρατηρείται μία ουσιώδης αλλαγή στην Κρήτη. Παύει η αποκλειστική χρήση του λίθου για την κατασκευή εργαλειακού εξοπλισμού και αρχίζει η σταδιακή χρήση μετάλλων και κυρίως του χαλκού.

Την ίδια περίπου περίοδο παρατηρείται μία ανάλογη μεταβολή και σε άλλες περιοχές του Ελληνικού χώρου και κυρίως στις Κυκλάδες και την ηπειρωτική Ελλάδα. Η ξαφνική αυτή αλλαγή στην τεχνολογία της Κρήτης μπορεί να ερμηνευτεί με την υπόθεση της εγκατάστασης νέων κατοίκων στο νησί, των Μινωιτών οι οποίοι έφεραν μαζί τους τον χαλκό και την γνώση για την κατεργασία του. Η προέλευση των νέων αυτών κατοίκων της Κρήτης δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί.

Κατά την Πρωτομινωική Περίοδο (ΠΜ Ι)  οι περισσότεροι κάτοικοι της Κρήτης ζουν σε συνοικισμούς και σπήλαια στο κεντρικό κυρίως τμήμα του νησιού. Παράλληλα όμως αρχίζουν να χτίζονται τα πρώτα σπίτια σε περιοχές της ανατολικής Κρήτης. Στη διάρκεια της ΠΜ ΙΙ φάσης ιδρύονται μεγάλοι οικισμοί, όπως η Μύρτος, η Βασιλική, τα Γουρνιά και το Παλαίκαστρο.

Η εξέλιξη είναι φανερή σε όλους τους τομείς της ζωής και της τέχνης. Στην κεραμική έχουμε ανάπτυξη νέων ρυθμών. Ένας από τους σημαντικότερους είναι ο ρυθμός Πύργου. Αγγεία αυτού του ρυθμού απαντούν σε όλη την Κρήτη γεγονός που σημαίνει ότι ήδη κατά την περίοδο αυτή έχουμε ανάπτυξη των μηχανισμών εκείνων που είναι απαραίτητοι για τη διακίνηση των προϊόντων της κεραμικής τουλάχιστόν στο εσωτερικό του νησιού.

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Μεσομινωική Περιόδου (ΜΜ)  είναι η οργάνωση ισχυρού ναυτικού που φέρνει τους μινωίτες σε επαφή με περιοχές που, λόγω της απόστασης, ήταν μέχρι τώρα απρόσιτες. Δημιουργούνται λιμάνια σε επίκαιρες θέσεις σε όλη την Κρήτη όπως για παράδειγμα στην Κάτω Ζάκρο, το Παλαίκαστρο και το Μόχλο για να διευκολύνεται η διακίνηση των αγαθών προς και από την Κρήτη. Ταυτόχρονα ιδρύονται κάποιες αποικίες αλλά και απλοί σταθμοί που εξυπηρετούν κυρίως το εμπόριο με τις πιο μακρινές περιοχές. Εντείνονται και διευρύνονται οι εμπορικές σχέσεις με την Κύπρο, την Συρία και την Αίγυπτο από την οποία εισάγεται η τεχνολογία για την κατεργασία και χρήση του πάπυρου.

Όλη αυτή η ανάπτυξη και η πρόοδος δε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την οργάνωση μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας. Ο βασιλιάς συγκεντρώνει στα χέρια του πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Το εμπόριο, η κτηνοτροφία η γεωργία και η παραγωγή των εργαστηρίων ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από το παλάτι. Έτσι συστηματοποιείται η διακίνηση των αγαθών και οργανώνεται το εξαγωγικό και εισαγωγικό εμπόριο με περιοχές εκτός Κρήτης.

Τα νέα μεγαλόπρεπα ανάκτορα αποτελούν τα σύμβολα της εξουσίας και της παντοδυναμίας του ηγεμόνα και προσδίδουν στην αυλή και το ιερατείο τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούν τα αξιώματα τους, βασικό στοιχείο για την επιβολή τους στους υπηκόους αλλά και στις ξένες αντιπροσωπίες που έφθαναν στα ανάκτορα. Για τα ανάκτορα αυτά που χτίστηκαν στις αρχές της 2ης χιλιετίας, δεν έχουμε σαφή εικόνα καθώς καταστράφηκαν από ένα μεγάλο σεισμό γύρω στα 1700 π.Χ.

Η Υστερομινωική Εποχή αρχίζει με μία νέα σεισμική καταστροφή και η τελική ανοικοδόμηση των ανακτόρων ξεκινάει γύρω στα 1600 π.Χ. Ο 16ος αιώνας αποτελεί την περίοδο της μεγάλης ακμής του μινωικού πολιτισμού. Τα κύρια στοιχεία της ακμής μπορεί κανείς να τα αναζητήσει σε όλες τις εκδηλώσεις του βίου, πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, θρησκευτικού, δημόσιου και ιδιωτικού και σε όλες τις εκδηλώσεις της τέχνης. Η κοινωνική δομή ουσιαστικά δεν άλλαξε κατά την Υστερομινωική περίοδο, εκτός από κάποιες τροποποιήσεις που διευκόλυναν την ομαλή διακυβέρνηση του κράτους. Οι βασιλείς ήταν επικεφαλής ενός πολυπληθούς ιερατείου και συγκέντρωναν στα χέρια τους την πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Η μινωική επίδραση είναι πολύ έντονη στον ελλαδικό πολιτισμό, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες εισαγωγές ή μιμήσεις κρητικών προϊόντων στις Μυκήνες και σε νησιά του Αιγαίου όπως η Ρόδος, τα Κύθηρα και η Μήλος. Στη Μήλο η υιοθέτηση της Γραμμικής Α γραφής και του μινωικού μετρικού συστήματος φανερώνουν ότι υπήρχαν δεσμοί στενότεροί από απλές εμπορικές σχέσεις. Εκεί όμως που η μινωική επίδραση είναι ισχυρότερη από οποιαδήποτε άλλη περιοχή είναι η Θήρα, οπού όλες οι εκφράσεις της ζωής, της θρησκείας και της τέχνης ακολουθούν το μινωικό πρότυπο.

Με τις περιοχές έξω από το Αιγαίο οι εμπορικές σχέσεις συνεχίζονται· από την Κύπρο εισάγεται χαλκός, από την Συρία ελεφαντόδοντο, ημιπολύτιμοι λίθοι αλλά και κάποιες ενδυματολογικές συνήθειες, όπως στην περίπτωση που το τυπικό της λατρείας επιβάλλει στα ανδρικά μέλη του ιερατείου να φορούν γυναικεία ενδύματα. Οι σχέσεις της Κρήτης με την Αίγυπτο φτάνουν, την περίοδο αυτή, στην ύψιστή τους ακμή και το νησί αναφέρεται στις αιγυπτιακές πηγές σαν η χώρα του Κεφτιού.