skip to main content

Παραδοσιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης: Κοινότητα και συντεχνία



Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η συνοχή και η σύμπνοια ήταν αναγκαία στοιχεία για τη βιολογική, οικονομική και πολιτισμική επιβίωση του ελληνικού λαού.

Εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι κοινότητες γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους και αυτό γιατί λόγοι κοινωνικοί, πολιτικοί και οικονομικοί επέβαλλαν τη διατήρηση και ανάπτυξη των μικρών αυτών κοινωνιών. Ταυτόχρονα αναπτύχθηκαν συντεχνίες, κυρίως στα αστικά κέντρα, αλλά και σε άλλες περιοχές, με τους επαγγελματίες να λειτουργούν κάτω από συγκεκριμένους κανόνες. Οι συντεχνίες ως άλλες κοινότητες, στήριζαν τα μέλη τους τόσο οικονομικά, όσο και ηθικά. Αν και η ύπαρξή τους εξυπηρετούσε τη φορολόγηση από την κεντρική εξουσία, ωστόσο τα μέλη τους ανέπτυξαν μεταξύ τους ισχυρούς δεσμούς και ουσιαστικά συνέβαλαν στην επιβίωση πολιτών και επιχειρηματιών.

Οι κοινότητες και οι συντεχνίες όταν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, μπορούσαν ν' ασκήσουν επιρροή ακόμα και στην κεντρική εξουσία. Καθοριστικός σ' αυτό ήταν και ο ρόλος της Εκκλησίας.



Κοινότητα


Παραδοσιακή μορφή κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί η κοινότητα, η οποία είναι ο φυσικός χώρος όπου κατοικεί μια ομάδα ανθρώπων, που αναπτύσσει σ' αυτόν παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις. Η κοινότητα είναι μια μικρή οργανωμένη κοινωνία, η οποία κατά κύριο λόγο λειτουργεί βάσει εθιμικών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς τα αγροτικά κοινωνικά στρώματα δεν είχαν υιοθετήσει ένα «μορφοποιημένο στη συνείδησή τους κοινωνικό σύστημα».

Πέρα από την κοινωνικοοικονομική και διοικητική λειτουργία τους, οι κοινότητες αποτέλεσαν κάτι πιο ουσιώδες και δεν είναι άλλο από την έκφραση ενός συνόλου αξιών, κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς ανθρώπων, οι οποίοι ένιωθαν τη συλλογικότητα και ένα κοινό «ανήκειν».

Ο ρόλος των ελληνικών κοινοτήτων αναδείχτηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, λόγω της ιστορικής συγκυρίας. Δεν είναι διαπιστωμένο αν προϋπήρχαν και απλώς ήκμασαν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και τη συγκεκριμένη περίοδο. Η κεντρική εξουσία ενίσχυσε το θεσμό των κοινοτήτων, καθώς αυτό διευκόλυνε τη συγκέντρωση των φόρων. Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να εκπροσωπηθούν μέσω των εκλεγμένων μελών τους και να δέχονται στήριξη όταν υπήρχε ανάγκη, ενώ παράλληλα είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν αυτόνομα και να έχουν ταυτόχρονα ένα σημείο αναφοράς και συσπείρωσης. Όταν αναφερόμαστε στις κοινότητες δεν εννοούμε ένα ενιαίο σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς ο θεσμός αλλού αναπτύχθηκε υποτυπωδώς και αλλού έφθασε στον ύψιστο βαθμό κοινωνικής οργάνωσης. Σ' αυτό συνέβαλαν διάφοροι παράγοντες, όπως η χρονική στιγμή κατά την οποία κατακτήθηκαν οι οικισμοί, ο τρόπος κατάκτησης, δηλαδή αν υποτάχθηκαν ή αντιστάθηκαν, η γεωγραφική θέση, ο πληθυσμός κ.ά..

Στο πλαίσιο της οικονομικής και παραγωγικής λειτουργίας της κοινότητας, τα μέλη της προσπαθούν με τα μέσα που διαθέτουν να τιθασεύσουν τα στοιχεία της φύσης και ν' αξιοποιήσουν το φυσικό περιβάλλον, το οποίο τους περιβάλλει. Έτσι, συνεργάζονται και αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις, με αποτέλεσμα η κοινότητα να παίρνει οντολογική διάσταση «ως σύστημα αξιών, κανόνων, προσδοκιών». Τα μέλη των κοινοτήτων καλλιεργούν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους και η αλληλεγγύη είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των σχέσεων που τους ενώνουν. Χαρακτηριστικό στοιχείο στις σχέσεις των μελών της κοινότητας ήταν η συλλογική ευθύνη. Σε περίπτωση που η κοινότητα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στη φορολογία, οι προεστοί καλούνταν να βρουν λύση και κάποιες φορές δάνειζαν έντοκα οι ίδιοι το κοινό. Αυτό αποτελούσε αναγκαιότητα, καθώς ακόμα και όταν μειωνόταν ο πληθυσμός, δεν ελαττωνόταν ταυτόχρονα και η φορολογική οφειλή. Έτσι, η κοινοτική αλληλεγγύη δεν ήταν μόνο θέμα συνείδησης των υποχρεώσεων των μελών της κοινότητας, αλλά θέμα επιβίωσης.

Υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις ως προς τη δημιουργία των κοινοτήτων. Σε κάποιες περιοχές έχουμε τη συνένωση πολλών χωριών και σε άλλες τη διάσπαση περιοχών σε περισσότερες από μια κοινότητες. Σε κάποιες περιοχές, όπως η Θεσσαλονίκη, συνυπήρχαν χριστιανικές, μουσουλμανικές και εβραϊκές κοινότητες.

Ακόμα και στον τρόπο ανάδειξης των κοινοτικών αρχόντων υπάρχουν διαφορές από κοινότητα σε κοινότητα, ωστόσο, σε γενικές γραμμές μια φορά το χρόνο, την άνοιξη, ή σε κάποιες περιοχές δύο φορές το χρόνο, τα μέλη των κοινοτήτων εξέλεγαν τους εκπροσώπους τους, οι οποίοι λέγονταν ανάλογα με την τοποθεσία προεστοί, επίτροποι, δημογέροντες, πρωτόγεροι, γέροντες, άρχοντες σύνδικοι, κοτζαμπάσηδες κ.ά.. Συνήθως εξέλεγαν τους κοινοτικούς άρχοντες δια βοής, σε κάποιο κεντρικό σημείο του χωριού. Συμμετείχαν όλοι οι άνδρες κάτοικοι του χωριού, εφόσον ήταν συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Όμως, δε μπορεί κανείς να μιλά γενικώς για δημοκρατικές διαδικασίες και ουσιαστική λαϊκή συμμετοχή, καθώς υπήρξαν περιπτώσεις έντονων κοινωνικών ανισοτήτων, σε περιοχές με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη. Σε περιοχές όπως η Άνδρος, οι κοινοτικοί άρχοντες προέρχονταν από την ανώτερη τάξη, οι οποίοι σε όλες τις κοινότητες απολάμβαναν προνομίων τόσο κοινωνικών, όσο και οικονομικών. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι ενώ η θητεία των κοινοτικών αρχόντων ήταν ετήσια, σε κάποιες περιπτώσεις και παρά τους κανονισμούς, παρατεινόταν για πολλά έτη, είτε με την ανοχή του λαού, είτε με την παρέμβαση της κρατικής εξουσίας. Όσοι κατείχαν πολιτική εξουσία είχαν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο και ασκούσαν έλεγχο «στην ιδιοκτησία, στη διαδικασία της παραγωγής, στη διαμόρφωση της αγοράς, καθώς και στην οικοκοινωνική ζωή των μελών του κοινωνικού σχηματισμού». Μάλιστα, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις κακοδιαχείρισης, εκμετάλλευσης και τυραννικής αντιμετώπισης των μελών της κοινότητας, οι οποίες όμως δε μπορούν να χαρακτηρίσουν στο σύνολό του το κοινοτικό σύστημα.

Οι κοινοτικοί άρχοντες είχαν διοικητικά, εκτελεστικά και δικαστικά καθήκοντα. «Ο θεσμός της αυτοδιοίκησης, δημοκρατικός και σχετικώς αυτονομημένος από τα εξουσιαστικά επικαθήμενα, λειτούργησε πάντα μέσα στα πλαίσια που έθετε η οθωμανική νομιμότητα, με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα διοικητικά και οικονομικά συμφέροντα, τόσο της τοπικής, όσο και της κεντρικής εξουσίας». Κύρια συμβολή των κοινοτήτων κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας είναι ότι κατάφεραν να διασώσουν και να διαφυλάξουν τον ελληνικό πολιτισμό και τα εθνικά ιδεώδη. Ουσιαστικά, δεν αποτέλεσαν μόνο το αποτέλεσμα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, αλλά υπήρξαν σανίδα σωτηρίας για τους Έλληνες.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο σε σχέση με τη λειτουργία των κοινοτήτων είναι ο ρόλος της Εκκλησίας. Στις γενικές συνελεύσεις ο κλήρος έπαιρνε μέρος και η τοπική εκκλησία είχε σχέση με την κεντρική εξουσία και κατά καιρούς, όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο, ζητούσε την παρέμβασή της. Επίσης, η κοινοτική διοίκηση καθορίστηκε σε γενικές γραμμές με βάση το σύστημα διοικητικής διαίρεσης της Εκκλησίας (σύστημα των ενοριών).

Μετά την απελευθέρωση των ελληνικών περιοχών από τους Τούρκους και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι κοινότητες συνέχισαν να υφίστανται μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν. Ακόμα και σήμερα σε ελάχιστες περιπτώσεις υπάρχουν κοινότητες, οι οποίες όμως διαφέρουν κατά πολύ από τις παραδοσιακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Κύριο χαρακτηριστικό των κοινοτήτων ήταν οι δεσμοί συνοχής μεταξύ των μελών τους. Ωστόσο, «οι νέες οικονομικές σχέσεις που επικράτησαν στην αγορά, διέλυσαν το κοινοτικό σύστημα και αντικατέστησαν την κοινοτική αλληλεγγύη με πελατειακές σχέσεις, γεγονός που καλλιέργησε τον ατομικισμό και την επιθυμία της προσωπικής κοινωνικής ανάδειξης».



Συντεχνία


Η συνοχή και το αίσθημα ασφάλειας μεταξύ των μελών τους, η αλληλεγγύη και η συνεργασία αποτελούν χαρακτηριστικά της συντεχνίας, όπως ακριβώς και της κοινότητας. Αντίστοιχα με την κοινοτική λειτουργία, έτσι και η συντεχνιακή, που ήταν γνώρισμα των αστικών κέντρων, ρύθμιζε την τοπική αγορά. Η συντεχνία, σινάφι ή εσνάφι, αποτέλεσε μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και αφορούσε κυρίως το χώρο της βιοτεχνίας και του εμπορίου, χωρίς να αποκλείονται εργασίες πρωτογενούς τομέα. Πέρα από το αντικείμενο της εργασίας τους, οι συντεχνίες είχαν ενεργό κοινωνικό ρόλο και ασκούσαν ευεργετικό έργο στον τόπο τους.

Η συντεχνία στηρίχτηκε από το οθωμανικό κράτος για λόγους φορολογικούς. Μέσω των συντεχνιών το κράτος είχε τη δυνατότητα να ελέγχει την οικονομική ζωή και είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο αναλάμβανε πρωτοβουλίες σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία βιοτεχνιών και καταστημάτων και γενικότερα καθόριζε τον τρόπο διακίνησης και διάθεσης των προϊόντων. Τα μέλη τους είχαν απόλυτη στήριξη, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο και μάλιστα οι συντεχνίες μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν καλύτερη ποιότητα ζωής. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο όσοι επέλεγαν να είναι ανεξάρτητοι, συνήθως ήταν πολύ φτωχοί και αδύναμοι.

Για κάθε προϊόν υπήρχε η αντίστοιχη συντεχνία, η οποία είχε αναλάβει τη ρύθμιση της λειτουργίας των επιχειρήσεων, από το ύψος των μισθών μέχρι και τις τιμές πώλησης. Ωστόσο, σε επαγγέλματα όπου απασχολούνταν λίγοι εργαζόμενοι ή τα επαγγέλματα ήταν παρεμφερή, ιδρύονταν μικτές συντεχνίες (π.χ. τουφεκτζήδων, χαλκιάδων, καλαϊτζήδων, αλμπάνηδων). Κάθε μια απ' αυτές ήταν καλά οργανωμένη, είχε συγκεκριμένη δομή και ιεραρχία. Τα εργαστήρια των συντεχνιών αποτελούσαν ο μάστορας (ustra), ο κάλφας, που ήταν βοηθός του μάστορα (kalfa) και το τσιράκι, ο μαθητευόμενος (cirak). Για να ανέλθει κάποιος από την κατώτερη στην ανώτερη βαθμίδα αυτής της κλίμακας και να γίνει μέλος της συντεχνίας έπρεπε να εργαστεί κοντά σ' έναν μάστορα και να μάθει την τέχνη ώστε να κριθεί ικανός. Τα τσιράκια άρχιζαν να εργάζονται σε ηλικία 7-10 ετών και έκαναν τις πιο βαριές και δύσκολες δουλειές για τουλάχιστον τρία χρόνια, έως ότου κρινόταν από το μάστορα ότι μπορούσαν να «προαχθούν». Κάποιοι μάστορες εκμεταλλεύονταν τα τσιράκια, που δεν έπαιρναν αμοιβή, αλλά ζούσαν με τα φιλοδωρήματα και τη δωρεάν διαμονή και διατροφή, κρατώντας τα σ' αυτή τη θέση για πολλά χρόνια. Για τους καλφάδες προβλεπόταν μισθός.

Ο μάστορας έπρεπε ν' απευθυνθεί στη συντεχνία για οποιαδήποτε μεταβολή στο εργαστήριό του, π.χ. την προαγωγή ή μετακίνηση τσιρακιού ή κάλφα. Για την προαγωγή του κάλφα προβλεπόταν ειδική τελετή και η καταβολή από το νέο μάστορα της «φιλειάς» ή «μαστοριάς». Όμως τα πράγματα δεν ήταν απλά για το νέο μάστορα, καθώς τα επαγγέλματα ήταν κλειστά και προηγούνταν οι γιοι μαστόρων ως προς την έναρξη λειτουργίας εργαστηρίων.

Τα εργαστήρια ήταν συγκεντρωμένα στην ίδια περιοχή ή γειτονιά και έτσι ήταν δυνατόν και χωροταξικά να ελέγχεται η παραγωγή, η ποιότητα και η τιμή πώλησης του προϊόντος, ενώ παράλληλα τα μέλη των συντεχνιών ανέπτυσσαν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους. Ορισμένες συντεχνίες ήταν μεικτές ως προς τη θρησκευτική πίστη των μελών τους, αλλά στις περισσότερες επιβάλλεται καταστατικά η ομοδοξία. Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν ήταν αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας. Αντίθετα υπήρχαν συντεχνίες όπου όλα τα μέλη ήταν γυναίκες.

Η συντεχνία διοικούνταν από συμβούλιο τριών έως και δώδεκα μελών. Επικεφαλής ήταν ένας ή δύο πρωτομάστορες, που εκλέγονταν από τη γενική συνέλευση και είχαν μονοετή ή πολυετή θητεία. Η εκλογή αυτή έπρεπε να επικυρωθεί από τις αρχές και να ευλογηθεί από το μητροπολίτη. Όταν ο πρωτομάστορας οριζόταν απευθείας από τις αρχές, ονομαζόταν κεχαγιάς. Όπως στις κοινότητες, έτσι και στις συντεχνίες οι διοικούντες αποκτούσαν δύναμη και κύρος.

Ο πρωτομάστορας και οι γέροντες δεν ασκούσαν έλεγχο μόνο όσον αφορά στην εργασία των μελών της συντεχνίας, αλλά και στην κοινωνική τους ζωή και δράση. Κυρίως εξασφάλιζαν το ότι τα μέλη τηρούσαν τους κανόνες αμοιβαίας αλληλεγγύης και συμπαράστασης. Οι συντεχνίες στήριζαν έμπρακτα τα μέλη τους όταν είχαν ανάγκη. Μάλιστα, τα ταμεία τους ήταν τόσο γεμάτα ώστε να μπορούν να δανείζουν έντοκα όχι μόνο μέλη τους αλλά και κατοίκους της πόλης. Παράλληλα, ανέπτυσσαν πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Γενικά, οι ισχυρές οικονομικά συντεχνίες μπορούσαν ν' ασκήσουν επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Τόσο το κράτος όσο και τα μέλη των συντεχνιών προσπαθούσαν ν' αποτρέψουν προσπάθειες ανταγωνισμού, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Το κράτος έπρεπε να διατηρήσει τις ισορροπίες, ώστε να συνεχίσει να ελέγχει την οικονομική ζωή και οι βιοτέχνες και καταστηματάρχες να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της επαγγελματικής τους ύπαρξης. Έτσι, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σουλτάνος εξέδιδε φιρμάνια και οι συντεχνίες διακηρύξεις κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού. Με κάθε τρόπο ήθελαν να «αποτρέψουν μεμονωμένους μάστορες να μετατραπούν σε κεφαλαιούχους, προκειμένου να υπάρχει ισότητα στην παραγωγή και το εμπόριο».

Θέλοντας να διατηρήσουν τις οικονομικές ισορροπίες, οι συντεχνίες ήλεγχαν την κινητικότητα των μελών των εργαστηρίων, καθόριζαν το κόστος παραγωγής των προϊόντων, αποφάσιζαν την κατανομή των αγορών, καθόριζαν τις πηγές εφοδιασμού πρώτων υλών και σε συνεργασία με την κρατική και κοινοτική εξουσία όριζαν τις μέγιστες τιμές. Ακόμη, φρόντιζαν για τη διατήρηση των παραδοσιακών μεθόδων στην κατασκευή των προϊόντων.

Η Εκκλησία, όπως και στις κοινότητες, έτσι και στις συντεχνίες έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Από τη μια πλευρά οι συντεχνίες στήριζαν την Εκκλησία με το φιλανθρωπικό τους έργο και από την άλλη, ο μητροπολίτης λειτουργούσε ως ενδιάμεσος ώστε να επιλύονται εσωτερικά προβλήματα, αλλά και στην επαφή των μαστόρων με την κεντρική εξουσία. Οι συντεχνίες συμμετείχαν ενεργά και στην πολιτική ζωή της Εκκλησίας, καθώς εκπρόσωποί τους ήταν κριτές σε υποθέσεις του Αγίου Όρους, ήλεγχαν τα οικονομικά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ μετείχαν και στη διαδικασία εκλογής του Πατριάρχη.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι στα αστικά κέντρα δραστηριοποιούνταν και επαγγελματίες εκτός των συντεχνιών, αφού δεν ήταν υποχρεωτικό να είναι μέλη. Η παράλληλη αυτή παραγωγή ήταν ανταγωνιστική και «ως προς το κόστος παραγωγής και ως προς την πολιτική των τιμών». Με την πάροδο των χρόνων, όταν πια άρχισαν ν' απελευθερώνονται ελληνικές περιοχές, αναπτύχθηκαν οι εισαγωγές και η κεφαλαιοκρατική οργάνωση της οικονομίας, η παραγωγή άρχισε να εκβιομηχανίζεται και ο ανταγωνισμός επικράτησε στην αγορά, οι συντεχνίες άρχισαν να φθίνουν μέχρι το σημείο να εξαφανιστούν.

Οι κοινότητες και οι συντεχνίες ως μορφές παραδοσιακής κοινωνικής οργάνωσης, που ήκμασαν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, παρουσιάζουν μεταξύ τους πολλές ομοιότητες ως προς τον οικονομικό και κοινωνικό τομέα.

Και στις δύο περιπτώσεις το κράτος έδωσε αρμοδιότητες σε τοπικές κοινωνίες και σε ομάδες βιοτεχνών και εμπόρων, κυρίως για να μπορεί να τους ασκεί έλεγχο, με δεδομένο ότι εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την τεράστια έκταση, ήταν αδύνατον να λειτουργήσει από μόνη της η κεντρική εξουσία.

Η αλληλεγγύη και η ενότητα των μελών κοινοτήτων και συντεχνιών συνέβαλε στην επιβίωσή τους και στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. Ωστόσο, στις κοινότητες υπήρχαν κοινωνικές ανισότητες και ο απλός λαός καταπιέστηκε σε πολλές περιπτώσεις. Στις συντεχνίες οι καλφάδες και τα τσιράκια έπεφταν αντικείμενο εκμετάλλευσης, αν τύχαινε να εργάζονται κοντά σε μάστορα που δεν είχε αγαθές προθέσεις. Η παρέμβαση της εξουσίας ήταν εμφανής και επηρέαζε τη λειτουργία τους. Επίσης, η Εκκλησία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη λειτουργία κοινοτήτων και συντεχνιών και αποτελούσε τον ενδιάμεσο με την κεντρική εξουσία.

Πάντως, μέσα από τις κοινότητες οι Έλληνες κατάφεραν να διασώσουν τα στοιχεία του πολιτισμού και της ιστορίας τους. Είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που είχαν και πριν κατακτηθούν από τους Τούρκους και μάλιστα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να το εξελίξουν σε σημαντικές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης.

Όσον αφορά στις συντεχνίες, με κάθε τρόπο προσπάθησαν να περιορίσουν φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού και πάνω σ' αυτό επενέβαινε το κράτος, εκδίδοντας σχετικά φιρμάνια. Αυτό επιβαλλόταν για την οικονομική επιβίωση των επαγγελματιών και όσων απασχολούνταν στα εργαστήρια.

Παρά τους περιορισμούς και τις πιέσεις, κυρίως εξαιτίας της φορολογίας, οι Έλληνες μπόρεσαν να διατηρήσουν σε ένα βαθμό την αυτονομία τους. Όταν πια απελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό, ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος και έγιναν αποδεκτές οι δυτικές επιρροές, οι συντεχνίες έπαψαν να υπάρχουν, καθώς περιορίστηκαν σιγά σιγά εξαιτίας του καπιταλιστικού συστήματος, ενώ οι κοινότητες έχασαν τη μορφή που είχαν επί τουρκοκρατίας και συρρικνώθηκαν εξαιτίας της αστυφιλίας. Ελάχιστες κοινότητες εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα, ωστόσο δε θυμίζουν σε τίποτα τις παραδοσιακές κοινότητες.



Tης Σοφίας Τσεντελιέρου
Δημοσίευση στην Εφημερίδα Πατρίς 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ασδραχάς Σ., «Οι συντεχνίες στην Τουρκοκρατία», στο Ζητήματα Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1983.


• Ασδραχάς Σ., «Φορολογικές και περιοριστικές λειτουργίες των κοινοτήτων στην τουρκοκρατία», στο Οικονομία και νοοτροπίες, Ερμής, Αθήνα 1988.

  • Ευθυμίου Μ., «Οι συντεχνίες», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τόμ. 2, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

 

  • Κοντογιώργης Γ., Κοινωνική και πολιτική αυτοδιοίκηση, Οι ελληνικές κοινότητες της Τουρκοκρατίας, Λιβάνης, Αθήνα 1982.

 

  • Λιάτα Ε., «Οι κοινότητες», στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, τόμ. 2, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

 

  • Νιτσιάκος Β., Παραδοσιακές κοινωνικές δομές, Οδυσσέας, Αθήνα 1991.


• Σπαθάρη-Μπεγλίτη Ε., «Οικισμοί, χωριά, πόλεις: μορφές κοινωνικής οργάνωσης- Ο συνεκτικός ρόλος της κοινότητας», στο Ο Νεότερος Λαϊκός Βίος, ΕΑΠ, Πάτρα 2002.

• Σπαθάρη-Μπεγλίτη Ε., «Συντεχνίες: μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης των παραδοσιακών τεχνιτών-Επαγγελματική συνοχή και κοινωνική αλληλεγγύη», στο Παραδοσιακή Τέχνη και Τεχνολογία, ΕΑΠ, Πάτρα 2002.