skip to main content

Χαΐνηδες

Από τους πρώτους κιόλας χρόνους της τουρκικής εισβολής στην Κρήτη πολλοί νέοι κατέφυγαν στα βουνά, από όπου κινούσαν και προσέβαλλαν τους Τούρκους με νυκτερινές καταδρομές. Οι Τούρκοι τους ονόμαζαν χαΐνηδες (από την αραβική λέξη χαΐν, πού σημαίνει τον επίβουλο, τον προδότη, τον αχάριστο, κ.τ.ό.). Ό αριθμός των χαΐνηδων πληθύνθηκε μετά την άλωση του Χάνδακα και την οριστική υποταγή της Κρήτης. Ήταν κάτι ανάλογο με τους κλέφτες της άλλης Ελλάδας, μολονότι το φαινόμενο δεν πήρε ποτέ αυτή την έκταση στην Κρήτη. Οι περισσότεροι χαΐνηδες στην Κρήτη είχαν λόγους προσωπικούς. Ήταν οι εκδικητές φοβερών οικογενειακών αδικημάτων, πού οι Τούρκοι είχαν διαπράξει εις βάρος μελών της οικογένειας τους. Μετά την άλωση του Χάνδακα οι χαΐνηδες κατέφυγαν στα τρία απόρθητα φρούρια, της Γραμπούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας και μετά την άλωση και των φρουρίων αυτών (1715) βρήκαν καταφύγιο στα βουνά και στα μοναστήρια. Ή ζωή τους ήταν μια συνεχής και άγρια διαμαρτυρία. Ακόμη και ιερείς αναφέρονται μεταξύ τους. Σε έγγραφο της 1 Σεπτεμβρίου 1672 αναφέρεται ότι ό παπά - Τζανής, τέως κετχουντάς του Καστελλίου Μεραμπέλλου, έγινε χαΐνης και κατέφυγε στη Σπιναλόγκα.

 

Η λαϊκή μούσα της Κρήτης διέσωσε μερικά τραγούδια πού αναφέρονται στη ζωή των χαΐνηδων.

Οι τουρκικές αρχές προσπάθησαν με πολλούς τρόπους να περιστείλουν τη δράση αυτών των επικίνδυνων ακούργων», όπως τους ονόμαζαν. Είναι πολύ χαρακτηριστικό και ενδιαφέρον ότι επιχείρησαν να εφαρμόσουν και στην Κρήτη το θεσμό των αρματολών. Ήδη το 1686 οι κάτοικοι πολλών επαρχιών, με ταυτόσημες αιτήσεις τους, ζητούσαν από τον πασά του Χάνδακα να διοριστούν ένοπλοι χριστιανοί φρουροί στα χωριά. Πράγματι, φαίνεται να ίσχυσε για μερικά χρόνια ό θεσμός αυτός των αρματολών, γιατί σε αχρονολόγητο τουρκικό έγγραφο (πιθανώς του 1689) υπάρχει ολόκληρος κατάλογος με τα ονόματα των αρματολών της Σητείας.

Οι Τούρκοι ωστόσο δεν είχαν εμπιστοσύνη στους χριστιανούς ενόπλους και προτίμησαν να οργανώσουν καταδιωκτικά αποσπάσματα ( cete ) από φανατικούς μουσουλμάνους. Παραλλήλως έθεσαν σε εφαρμογή σχέδιο γενικού εκφοβισμού και καθιστούσαν τους κατοίκους των επαρχιών αλληλλεγγύως υπεύθυνους με τους ομόθρησκους χαΐνηδες. Το 1689 οι τουρκικές αρχές εξανάγκασαν τους χριστιανούς κατοίκους των ανατολι­κών επαρχιών (Πεδιάδας, Λασιθίου, Μεραμπέλλου, Ιεράπετρας και Σητείας) να υπογράψουν ταυτόσημες δηλώσεις, με τις όποιες αναλάμβα­ναν όλες τις ευθύνες για τη δράση ή την απόκρυψη των χαΐνηδων. Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασμα της δήλωσης: «... ομοφώνως κατέθεσαν (οι Χριστιανοί), ότι συμφώνως προς τα εν τω φερμανίω εντελλόμενα, καθίστανται αλληλεγγύως υπεύθυνοι, δηλώσαντες τα έξης: Εάν από σήμερον και εις το έξης οι άθρησκοι χαΐνηδες αιχμαλωτίσωσι μουσουλμάνον τινά εν τη επαρχία μας ή προξενήσωσι ζημίαν τινά εις την περιονσίαν του, ας εισπραχθή ή ζημία αυτή από ημάς. Μετά δε την εξαγοράν δι' ιδίων μας χρημάτων των αιχμαλωτιζομένων μουσουλμάνων ας τιμωρώμεθα και ημείς οι ίδιοι».

 

Οι συλλαμβανόμενοι χαΐνηδες υφίσταντο τρομερά βασανιστήρια και θανατώνονταν με τρόπο αληθινά φρικιαστικό στο τσιγκέλι, πού είδε και σχεδίασε με φρίκη ό Γάλλος Tournefort. Κάτω από τις συνθήκες αυτές ή δράση των χαΐνηδων ήταν καταδικασμένη. Ιδιαίτερα μετά την άλωση των θαλάσσιων φρουρίων της Σούδας και της Σπιναλόγκας (1715) δεν υπήρχε πια ελπίδα για τους πρώτους αυτούς εκφραστές της Κρητικής αντίστασης. Για πολλές δεκαετίες ή τουρκική δεσποτεία στο νησί ήταν αδιατάρακτη. Αναβίωση της Κρητικής αντίστασης παρουσιάζεται μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, κατά την εποχή του φοβερού γενιτσαρισμού. Τότε έδρασαν οι Κρητικοί εκδικητές, ως «αντίπαλον δέος» στις αυθαιρεσίες και στις ωμότητες των αγάδων. Τολμηροί και φιλελεύθεροι νέοι, πού είχαν προσωπικούς λόγους εκδίκησης, πήραν τα όπλα και ανέβηκαν στα βουνά. «Περιφερόμενοι οι αρματολοί ασύλληπτοι», γράφει ό Στ. Ξανθουδίδης, «ετιμώρουν τους θρασυτέρους και ωμότερους των τυράννων αυτών, και ούτω τα όργανα αυτά της Νεμέσεως συνεκράτουν δια του φόβου της τιμωρίας και εμετρίαζαν την σκληρότητα των βασανιστών». Ηρωικές μορφές εκδικητών αναδείχθηκαν κατά τη σκληρή εκείνη εποχή (1790-1820) σε ολόκληρη την Κρήτη: οι Χάληδες και οι Γιανναρήδες στα Χανιά, οι Δεληγιαννάκηδες και οι Κουτσούρηδες στα Σφακιά, ό Σήφακας στον Αποκόρωνα, οι Τσουδεροί στο Ρέθυμνο, ό Γιάννης Παλμέτης στο Μυλοπόταμο, οι Άνωγειανοι Σταύρος Ξετρύπης, Σταυρούλης Νιώτης, Βασίλης Σμπώκος και αμέτρητοι άλλοι. Στήν Ανατολική Κρήτη διακρίθηκε ό Δημήτρης Λόγιος ή Βαρούχας, από τον "Αγιο Θωμά Μονοφατσίου, «ό κυρίως υψώσας τον κλεφτισμόν εν Κρήτη». Επιχειρώντας να σκοτώσει το φοβερό γενίτσαρο Αγριολίδη στή Μεσαρά τραυματίστηκε θανάσιμα το 1811. Στην πεδιάδα της Μεσαράς έδρασαν επίσης ό Ίωάσαφ Ξωπατέρας Μαρκάκης, οι αδελφοί Λεράτοι, ό Μιχ. Μαλικούτης, ό Γεώργ. Ρωμανός, ό Πετρογιάννης, ό Νικ. Τσακίρης, ό Μιχαήλ Κόρακας και πολλοί άλλοι. Τους αρματολούς της Μεσαράς εξόπλιζαν κυρίως οι Σφακιανοί, πού αντάλλασσαν όπλα και πυρομαχικά με σιτηρά. Στο Μαλεβίζι διακρίθηκε ό Μιχάλης Βλάχος, στην ανατολική Πεδιάδα ό Γιώργης Βέργας, και στό οροπέδιο του Λασιθίου ό Μανόλης Καζάνης. Ή λαϊκή μούσα της Κρήτης διέσωσε πολλά τραγούδια και τοπικές αφηγήσεις για την ηρωική δράση και τα κατορθώματα των εκδικητών αυτών.