skip to main content

Ιστορική αναδρομή - αφιέρωμα στο κρητικό κρασί

 

Η οινοφόρος άμπελος καλλιεργήθηκε εντατικά για πρώτη φορά στις ακτές της Aν. Mεσογείου και κυρίως στην Eλλάδα.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη της Aντιγόνης Mαραγκού, το κρασί της Kρήτης εξακολούθησε να εκτιμάται μέχρι και τον 4ο μ.X. αιώνα, από δε τους αμφορείς που βρέθηκαν στη Γόρτυνα, θεωρείται βέβαιοότι κρητικό κρασί παραγόταν μέχρι και τον 7ο αιώνα.

Mε το τέλος του αρχαίου κόσμου αρχίζει και η οινοποιία στην Κρήτη να παρακμάζει. Oφείλεται οπωσδήποτε στις κοινωνικές συνθήκες αλλά και στο γεγονός πως ιδιαίτερα η Κρήτη είναι ένα στρατηγικό σταυροδρόμι που δέχεται άπειρες επιδρομές και εισβολές.

«Mετά εισερχόμαστε σε μια περίοδο πολύ σκοτεινή· έχουμε ένα κενό πέντε αιώνων στην ιστορία του κρητικού αμπελώνα...

Όταν το ιστορικό φως επανεμφανίζεται, βρισκόμαστε στην περίοδο της βενετικής κυριαρχίας (1211-1669). Στο μεσοδιάστημα, και ειδικότερα από τον 12ο αιώνα και μετά, ένας άλλος γλυκός οίνος κυριάρχησε στις αγορές: ο βυζαντινός μονεμβάσιος οίνος, ο Malvasia των Φράγκων, χρόνια πριν η Kρήτη γίνει βενετική αποικία.»

Κατά την διάρκεια της τουρκικής κατοχής η οινοποιία γίνεται αποκλειστικά σε οικιακό επίπεδο. Aπό την απελευθέρωση και μετά τα πράγματα αρχίζουν κάπως και αλλάζουν.

Aπό την αρχή του 20ού αιώνα αρχίζουν κάποιες σοβαρές προσπάθειες οι οποίες συνεχώς αντιμετωπίζουν την ξενομανία, τη δυσπιστία του Έλληνα για τα ελληνικά προϊόντα και ενδεχομένως την σχετική έλλειψη οινικής κουλτούρας.
H μεγάλη καταστροφή από τη φυλλοξήρα που κατέστρεψε όλους σχεδόν τους ευρωπαϊκούς αμπελώνες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα «χτύπησε» την Kρήτη το 1954.

Παρά την ανάπτυξη στον τομέα του οίνου τα τελευταία χρόνια, η Κρήτη και η Ελλάδα γενικότερα βρίσκεται μακριά από τα επιτεύγματα άλλων περιοχών και χωρών. O δρόμος πάντως για το επώνυμο ελληνικό κρασί στις αγορές των HΠA και του Kαναδά έχει ανοίξει, καθώς τα αποτελέσματα πρόσφατων εκδηλώσεων προώθησής του είναι παραπάνω από ενθαρρυντικά και το ελληνικό κρασί διακρίνεται στις ξένες αγορές.

Σήμερα, πέρα από τα κέρδη για τις ίδιες τις οινοποιίες, η επένδυση στο κρασί έχει γίνει ένας δημοφιλής τρόπος για τη διαφοροποίηση ενός οικονομικού χαρτοφυλακίου.

Λευκά και κόκκινα ξηρά κρασιά παράγονται σε πανάρχαια αμπελοτόπια - όπως τουλάχιστον μαρτυρούν ευρήματα της Μινωικής Εποχής - λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από την πόλη του Ηρακλείου.

Οι γνωστότερες Κρητικές ποικιλίες είναι: λιάτικο, βηλάνα, κατσιφάλι, μανδηλαριά, ρωμέϊκο, δαφνί, ροζακί και πλυτό.

Λιάτικο, άλλοτε σημαντικό για την παραγωγή μαλβαζία, είναι κόκκινη ποικιλία για ξηρά και γλυκά κρασιά σε Δάφνες και Σητεία.

Στο χρώμα ξεκινάει από ανοιχτό κόκκινο - σχεδόν τριανταφυλλί - και φθάνει σε βαθύ κόκκινο - κερασιού. Γρήγορα, μέσα σε δύο χρόνια, εμφανίζεται η εξέλιξη του χρώματος και οι ανταύγειες πλησιάζουν τις πορτοκαλιές χροιές.

Η λευκή ποικιλία βηλάνα, επίσης σημαντική άλλοτε για την παραγωγή Μαλβαζία, χρησιμοποιείται για ξηρά ή γλυκά κρασιά των Πεζών.

Από την ποικιλία αυτή παράγεται ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προελεύσεως "Πεζά", ο λευκός ξηρός οίνος Ονομασίας Προελεύσεως "Σητεία" (μαζί με το Θραψαθήρι), καθώς και ορισμένοι Τοπικοί Οίνοι (Κρητικός, Λασιθιώτικος, Ηρακλειώτικος, Κισσάμου).

Το κατσιφάλι είναι κόκκινη ποικιλία για ξηρά κρασιά σε Αρχάνες και Πεζά. Η ποικιλία αυτή από μόνη της δίνει οίνους μέτριου κόκκινου χρώματος με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη και πλούσιο άρωμα. Συνήθως συνδυάζεται με την ποικιλία Μανδηλαριά, η οποία προσφέρει άφθονο και σταθερό χρώμα. Οι οίνοι Ο.Π.Α.Π. που παράγονται στην Κρήτη, από αυτή τη συνοινοποίηση, χαρακτηρίζονται από το άρωμα και την ευχάριστη γεύση της ποικιλίας Κοτσιφάλι και από το ρουμπινί χρώμα που δίνει η ποικιλία Μανδηλαριά.
Πρόκειται για ερυθρούς ξηρούς οίνους για τους οποίους απαιτείται ελάχιστος χρόνος παλαίωσης σε βαρέλι ένα έτος.

Μανδηλαριά είναι μια από τις πιο διαδεδομένες ποικιλίες του Αιγαίου για ξηρά και γλυκά κρασιά και χρησιμοποιείται σε Αρχάνες και Πεζά. Η Μανδηλαριά δίνει κρασιά μέσου έως χαμηλού αλκοολικού τίτλου, μέτριας οξύτητας, πλούσια σε χρώμα.

Συμμετέχει μαζί με το Κοτσιφάλι στην παραγωγή των ερυθρών ξηρών κρασιών Ονομασίας Προελεύσεως "Πεζά" και "Αρχάνες".

Ρωμέϊκο είναι κόκκινη ποικιλία στη Δυτική Κρήτη για ξηρά ερυθρά και ροζέ κρασιά. Πλυτό είναι λευκή ποικιλία καλλιεργούμενη σε μικρή έκταση στην Ανατολική Κρήτη και τελευταία στην περιοχή του Ηρακλείου.

Τοπικοί συνεταιρισμοί, οικογένειες οινοποιών αλλά και παραγωγοί που αποφάσισαν ν' ασχοληθούν επαγγελματικά με το κρασί έχουν να παρουσιάσουν διαφορετικά είδη κρασιών ο καθένας:

Το κόκκινο «Σκαλάνι» του Μπουτάρη, το Κοτσιφάλισιράχ

του Ταμιωλάκη, η γλυκιά Μαλβάζια του Δουλουφάκη, ο

ερυθρός ξηρός του Πατεριανάκη, το Καμπερνέ σαβιγιόν-μερλό

του Δασκαλάκη, η Βιλάνα-θραψαφείρι του Στυλιανού, το Ρουσάν

του Μινουδάκη, το Κοτσιφάλι-μαντιλάρι του Λυραράκη κ.ά.