skip to main content

Ιστορικές πληροφορίες για τα κρητικά προϊόντα

     Για την πρώτη βυζαντινή περίοδο της Κρήτης, τα νομισματικά ευρήματα φανερώνουν μια ακμάζουσα κοινωνία. Στη δυτική Κρήτη, τα λιμάνια της Κισάμου (που αποτελούσε επίνειο της αρχαίας πόλης Πολυρρήνειας η οποία είχε πλέον παρακμάσει) και της Κυδωνίας, ήταν κέντρα εμπορίου γιατί βρέθηκαν νομίσματα κοπής της Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκης, Νικομήδειας αλλά και της Ρώμης, του Σιρμίου κ.α. Οι ίδιες συνθήκες θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ίσχυαν και για το υπόλοιπο νησί παρόλο που πολύ λιγότερα νομίσματα βρέθηκαν εκεί. Παρόλα αυτά όμως δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες κατά την περίοδο αυτή. Το γεγονός όμως ότι η Κρήτη διαθέτει μεγάλη ενδοχώρα, τότε οι δραστηριότητες αυτές είναι απολύτως βέβαιες. Μια ακόμα σημαντική δραστηριότητα της πρώτης περιόδου που έφεραν στο φως ανασκαφικές έρευνες, είναι η παραγωγή γυάλινων αντικειμένων στην πόλη Τάρρα στα νότια παράλια. Οι έρευνες έδειξαν ότι λειτουργούσε κάποιο εργαστήριο, που χρησιμοποιούσε εισηγμένη πρώτη ύλη, χωρίς όμως αυτό να έχει εντοπιστεί.

       Η κυριότερη πάντως παραγωγική δραστηριότητα των κατοίκων σ' όλες τις εποχές, υπήρξε η γεωργία και η κτηνοτροφία. Ο Βίος του αγίου Νικολάου του Στουδίτη περιγράφει, για παράδειγμα την Κυδωνία ως περιοχή πλούσια σε κάθε είδος αγροτικά προϊόντα, σιτάρι, κρασί, οπωρικά και με άφθονα νερά. Αλλά και οι Άραβες εξέφρασαν τον ίδιο θαυμασμό για τον γεωργικό πλούτο του νησιού σύμφωνα με βυζαντινές πηγές. Όταν ο Abu Hafs αποβιβάστηκε στην Κρήτη είπε «Ιδού η γη η ρέουσα μέλι και γάλα». Φράση βέβαια παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη και γι αυτό μάλλον εντάσσεται στη σφαίρα του μύθου. Πιθανότατα όμως πρόκειται για μια γενικότερη ένδειξη θαυμασμού για τον οικονομικό δυναμισμό του τόπου.

       Ενδείξεις και μεγέθη για την παραγωγή του νησιού σε κάθε είδους προϊόν δεν έχουμε από την βυζαντινή περίοδο. Υπάρχουν όμως λεπτομερή αρχεία από την εποχή της Βενετοκρατίας βάσει των οποίων μπορεί να εξαχθεί γόνιμο συμπέρασμα.

       Η κτηνοτροφία, όπως και σήμερα, πρέπει να γνώριζε ιδιαίτερη άνθιση την εποχή. Ήδη ο Edrisi ονομάζει την Κυδωνία (Χανιά), που τον 9ο αι. ήταν ασήμαντο πόλισμα, ως Rhbldh - el - Djobn δηλαδή η πόλη του τυριού. Αυτό ίσως φανερώνει μια σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα του τυριού των Λευκών Ορέων. Το κρητικό τυρί άλλωστε ήταν διάσημο προϊόν που απευθύνονταν κυρίως στην υψηλή κοινωνία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό μαζί με της Παφλαγονίας φαίνεται ότι προτιμούσαν οι εύποροι αστοί καθώς και ο ανώτερος κλήρος, και το προμηθεύονταν από την συνοικία των Βενετών εμπόρων της Κωνσταντινούπολης. Για τη μεγάλη παραγωγή τυροκομικών προϊόντων στατιστικά στοιχεία υπάρχουν μόνο από την εποχή της βενετοκρατίας. Πάντως φαίνεται ότι και την εποχή πριν την Βενετία στο νησί εκτρέφονταν μεγάλος αριθμός ζώων, αιγοπροβάτων και βοοειδών. Αυτό δηλώνει ένα λατινικό έγγραφο που υπέβαλαν οι κάτοικοι της Κρήτης προς τη Βενετία παραπονούμενοι για τις καταστροφές που προκλήθηκαν. Αναφέρεται ότι πριν τη βενετική κατάκτηση υπήρχαν περιοχές που είχαν άλλη 50000, άλλη 75000 και άλλη 200000 βοοειδή και άλλα ζώα. Και ο Chr. Buondelmonti στην περιγραφή της Ν. Δ. ακτής της Κρήτης, δηλαδή τις νότιες παρυφές των Λευκών Ορέων αναφέρεται σε μεγάλους αριθμούς βοοειδών που εκτρέφονταν από τους κατοίκους. 

       Μια επίσης οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων ήταν η καλλιέργεια δημητριακών. Από τις πληροφορίες που υπάρχουν, όλες μετά τον 9ο αιώνα  μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Κρήτη ήταν σε μεγάλο βαθμό επαρκής σε σιτηρά.

       Κατά τον 11ο και 12ο αιώνα  πρέπει να υπήρχε σημαντική παραγωγή σιταριού στην Κρήτη διότι βλέπουμε, με αυτοκρατορικές διαταγές, να παραχωρείται σημαντική ποσότητα στην μονή του Αγ. Ιωάννη Θεολόγου της Πάτμου. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός είχε παραχωρήσει στους μοναχούς το δικαίωμα να παίρνουν απ' το «ακρόστιχον» Κρήτη, 200 μοδίους σιτάρι. Οι διάδοχοι του Αλεξίου, Ιωάννης και Μανουήλ Κομνηνός με νέα χρυσόβουλα και προστάξεις αύξησαν την ποσότητα σιταριού και νομισμάτων. Έτσι στα μέσα του 12ου αιώνα  οι μοναχοί έπαιρναν απ' το «ακρόστιχον» της Κρήτης 700 μοδιούς σιτάρι και 48 χρυσά νομίσματα. Υπολογίζοντας ότι ο ένας μόδιος αντιστοιχούσε περίπου σε 12,8 χγρ., τότε αποκαλύπτεται μια ποσότητα σιταριού ίση με 2560 χγρ. και 8960 αντίστοιχα. Η ίδια εικόνα σχετικής επάρκειας παρουσιάζεται και στην περίοδο της βενετοκρατίας όπου και πάλι επιτρέπονται εξαγωγές υπό ορισμένες συνθήκες.

       Μια πολύ σημαντική επίσης καλλιέργεια μετά τα σιτηρά ήταν η αμπελοκαλλιέργεια και παραγωγή κρασιού. Οι πληροφορίες που υπάρχουν και πάλι δεν είναι παλαιότερες του 9ου αιώνα  αλλά επειδή το κρητικό κρασί ήταν ήδη γνωστό απ' τα ρωμαϊκά χρόνια, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η ίδια δραστηριότητα συνεχίστηκε στον τομέα αυτό. Συχνές αναφορές σε αμπέλια γίνονται στη διάθεση του Αγ. Ιωάννη του Ξένου, ο οποίος όπως φαίνεται φρόντισε να πλουτίσει τα ιδρύματά του με αυτού του είδους την επένδυση. Πάντως η ποιότητα του κρητικού κρασιού φαίνεται ότι εκτιμάτο ιδιαίτερα και στην Κωνσταντινούπολη  την εποχή εκείνη, και όπως φαίνεται απευθυνόταν σε καταναλωτικό κοινό αρκετά εύπορο. Τις ακριβέστερες και περισσότερο εκτεταμένες αναφορές τις συναντάμε πάλι στην περίοδο της βενετοκρατίας. Οι Βενετοί ενθάρρυναν την εν λόγω καλλιέργεια η οποία άφηνε μεγάλα κέρδη και από το εμπόριο κρασιού, και από τους φόρους στην κατανάλωση. Η εξαγωγική δραστηριότητα του κρητικού οίνου έφτασε στη Δύση μέχρι την Φλάνδρα και την Βρετανία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1274 ένας μόνο νοτάριος, ο P. Scardon κατέγραψε αγοραπωλησίες ενός συνόλου 6830 μίστατων. Υπολογίζοντας ότι το ένα μίστατο ισοδυναμούσε με 26,6 λίτρα, τότε γίνεται λόγος για μια ποσότητα που υπερβαίνει τα 181000 λίτρα κρασιού. Ποσότητα δηλαδή διόλου ευκαταφρόνητη, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν μόνο ένα τμήμα της συνολικής παραγωγής.

       Όσο σημαντική φαίνεται να ήταν η παραγωγή και εμπορία κρασιών, τόσο περιορισμένη ήταν η παραγωγή ελαιολάδου, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή. Πράγματι ορισμένες πηγές, αναφέρουν ότι τα ελαιόδεντρα και το ελαιόλαδο ήταν άγνωστα στην Κρήτη. O Al - Zuhri αναφέρει τον 12ο αιώνα , χρησιμοποιώντας τις πηγές του 9ου αιώνα , ότι η Κρήτη εισήγαγε ελιές και ελαιόλαδο από την Λιβύη και την Ισπανία. Πιθανώς όμως πρόκειται για υπερβολή διότι ελαιοτριβεία έχουν βρεθεί σε ανασκαφικές έρευνες κυρίως στην πρώιμη περίοδο. Η παραγωγή όμως πρέπει να ήταν περιορισμένη και οι εισαγωγές απαραίτητες. Την εποχή της Βενετοκρατίας μόνο οι αρχές ενθάρρυναν και ενίσχυσαν την καλλιέργεια ελαιόδεντρων για να αυξηθεί η παραγωγή ελαιολάδου. Πέρα απ' αυτό όμως η Κρήτη παρήγαγε πολλά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά από τα οποία παρήγαγε αιθέρια έλαια κυρίως για εξαγωγή.

       Η μελισσοκομία και η αλιεία ήταν δύο ακόμα δραστηριότητες που αναφέρονται σε πηγές. Το Κρητικό μέλι ήταν γνωστό και διαδεδομένο στα ρωμαϊκά χρόνια ενώ φαίνεται ότι και οι Άραβες το εμπορεύονταν την περίοδο της κυριαρχίας τους. Η δε αλιεία μάλλον είχε συμπληρωματικό χαρακτήρα κυρίως λόγω της ενασχόλησης των κατοίκων της με τις γεωργικές δραστηριότητες της ενδοχώρας.

       Άλλες παράπλευρες οικονομικές δραστηριότητες που αξίζει να αναφερθούν είναι η, περιορισμένης έκτασης εκμετάλλευση κάποιων μεταλλοφόρων κοιτασμάτων, και η υλοτομία. Βέβαια από οικονομικής άποψης, αυτές οι ασχολίες ήταν μάλλον συμπληρωματικές αλλά όχι αμελητέες.

       Η εξόρυξη λοιπόν ορυκτών και μετάλλων είναι γνωστή από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά ορισμένες πληροφορίες από τη βυζαντινή εποχή δείχνουν ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν σταμάτησαν αλλά συνεχίστηκαν ίσως για κάμποσο καιρό μετά τον 5ο αιώνα . Τα μέταλλα που υπήρχαν στο υπέδαφος ήταν χαλκός, κυρίως, αλλά και μόλυβδος, άργυρος και χρυσός. Έτσι καλύπτονταν κατά ένα μέρος η εγχώρια ζήτηση. Αρκετές μεταλλευτικές δραστηριότητες πραγματοποιούνταν στην Δυτική Κρήτη. Οι σημαντικότερες θέσεις ήταν η Κάντανος, όπου εξορύσσονταν χαλκός ίσως και χρυσός σε μικρές ποσότητες, η Κυδωνία, όπου ο Edrisi αναφέρει ότι επίσης υπήρχε κάποιο χρυσωρυχείο, και η περιοχή της Σκλαβοπούλας Σελίνου με παραγωγή χαλκού και σιδήρου. Μια άλλη σημαντική θέση ήταν η σημερινή Αργυρούπολη (αρχ. Λάππα) όπου εξορύσσονταν μόλυβδος και άργυρος (εξ ου και το όνομα Αργυρούπολη) μέχρι τον ύστερο Μεσαίωνα. Άλλωστε στην περιοχή αυτή, οι Βενετοί είχαν ιδρύσει νομισματοκοπείο. Ακόμα και λίγο δυτικότερα της Αργυρούπολης, στο χωριό Ξώπολις υπάρχουν κοιτάσματα χαλκού και αργύρου. Τον 16ο αιώνα  το χωριό αναφερόταν ως Χρυσόπολη.

       Η άλλη δραστηριότητα, η υλοτομία, φαίνεται ότι δεν ήταν καθόλου αμελητέα. Είναι γνωστό ότι στην Κρήτη υπήρχαν πυκνότατα δάση, ιδίως κυπαρισσιών και μάλιστα στη Δυτική πλευρά του νησιού. Την περίοδο μάλιστα της Βενετοκρατίας μεγάλη ποσότητα ξύλου εξάγονταν στην Βενετία. Στην περιγραφή της περιοχής των Σφακίων απ' τον Chr. Buondelmonti αναφέρονται μεγάλα δάση κυπαρισσιών, που γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης των ντόπιων. Οι κορμοί μάλιστα μεταφέρονταν χωρίς κόπο στη θάλασσα επειδή ρίχνονταν στα ρέματα ορμητικών ποταμών.

       Αυτές φαίνεται να ήταν οι σημαντικότερες απ' τις οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων της Κρήτης κατά τη βυζαντινή περίοδο. Μελετώντας τις κανείς θα μπορούσε να συμπεράνει ότι και στην Κρήτη ακολουθούνταν οι ίδιες πρακτικές όπως σ' ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο. Και εδώ έχουμε μετά το τέλος της ύστερης αρχαιότητας την παρακμή των αστικών κέντρων και των οικονομικών δραστηριοτήτων που σχετίζονταν μ' αυτά. Η οικονομία της Κρήτης φαίνεται ότι επικεντρώθηκε κυρίως στην εκμετάλλευση της υπαίθρου και στην επίτευξη της αυτάρκειας.

 

Πηγές :

Τσουγκαράκης, Δημήτρης, «Η Βυζαντινή Κρήτη», ΚΡΗΤΗ Α΄ 337-404.

Βρανούση, «Ιστορ. Μαρτυρίες...» Πεπρ. Β' Διεθ. Κρητ. Συν. 3 Αθήνα 1986 σ. 7.

Ξανθουδίδης, «Επαρχίας και Πόλεις της Κρήτης» ΕΕΒΣ 3 (1926) σ. 64.

Cristoforo Buondelmonti,  Περιγραφή της νήσου Κρήτης, Εκδόσεις Μικρός Ναυτίλος.