skip to main content

Υδρολογικά χαρακτηριστικά

Η θέση της Κρήτης στη μέση της Μεσογείου, η γεωγραφική της τοποθέτηση με το μεγάλο της άξονα στη διεύθυνση ανατολής-δύσης και η ύπαρξη των ψηλών οροσειρών καθορίζουν και το ύψος των νερών που δέχεται ετησίως. Τα καιρικά συστήματα που επηρεάζουν το χώρο της Ελλάδας κινούνται ως γνωστό από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά μεταφέροντας υγρασία από το Ιόνιο πέλαγος.
Όμως, μόνο τα νοτιότερα από αυτά μπορούν να επηρεάσουν την Κρήτη με αποτέλεσμα οι βροχές να συγκεντρώνονται μόνο στους χειμερινούς μήνες με το μεγαλύτερό τους μέρος να πέφτει στη δυτική Κρήτη και στα ψηλά βουνά. Παρατηρείται έτσι μια σημαντική ανισοκατανομή των βροχοπτώσεων στο νησί με σταδιακή μείωση τους από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά.
Αν το γεγονός αυτό συνδυαστεί με την αντίστοιχη αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας που παρατηρείται προς τα νοτιοανατολικά, τότε εμφανίζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στο μικροκλίμα των επιμέρους περιοχών του νησιού. Έτσι, ο νομός Χανίων είναι περισσότερο υγρός από το νομό Λασιθίου, ενώ οι βόρειες ακτές είναι μερικούς βαθμούς πιο δροσερές από τις νότιες. Ιδιαίτερα οι νότιες ακτές του Ηρακλείου και του Λασιθίου είναι αυτές που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα προβλήματα ξηρασίας.

 

Η δυναμική του Ψηλορείτη

Ο Ψηλορείτης είναι το ψηλότερο βουνό της Κρήτης με όγκο ορεινών περιοχών περίπου 640 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Παρόλο που είναι στο κέντρο του νησιού δέχεται μεγάλες ποσότητες νερού με τη μορφή της βροχής και του χιονιού. Στην κορυφογραμμή του μάλιστα το χιόνι μπορεί να παραμείνει μερικές χρονιές μέχρι και τα μέσα του Ιούνη. Είναι ο ορεινός όγκος που είναι πλησιέστερα στην πιο αγροτική περιοχή του νησιού, τη λεκάνη της Μεσαράς και του Ηρακλείου, καθώς και στα μεγάλα οικιστικά και τουριστικά συγκροτήματα του νησιού (περιοχή Ρεθύμνου, Ηρακλείου, Χερσονήσου κλπ.)

Το σύνολο των πετρωμάτων του είναι ασβεστολιθικά με τα πετρώματα να κατανέμονται σε δύο χωρικές ζώνες, την κατώτερη και μεγαλύτερη σε όγκο και την ανώτερη, που διαχωρίζονται μεταξύ τους από πετρώματα σχιστολίθων. Η δομή αυτή δημιουργεί ενδιαφέροντα υδρολογικά χαρακτηριστικά, όπως ότι το μεγαλύτερο μέρος του νερού που δεν εξατμίζεται χάνεται μέσα στο εσωτερικό του βουνού και κινείται υπόγεια στα αναρίθμητα σπήλαιά του. Στα σημεία που το ενδιάμεσο σχιστολιθικό στρώμα είναι σημαντικό δημιουργούνται δύο διαφορετικοί χώροι αποθήκευσης νερού, στην ανώτερη και στην κατώτερη ζώνη, που μπορεί σε ορισμένες περιοχές να επικοινωνούν μεταξύ τους. Από την άποψη της κατανομής του νερού πιο σημαντική είναι η κατώτερη ζώνη που κατά παράδοξο τρόπο συνδέεται με τις βουνοκορφές απορροφώντας και το μεγαλύτερο μέρος των βροχών και του χιονιού.

Η ύπαρξη των πεδινών εκτάσεων γύρω από τον Ψηλορείτη εμποδίζει συνήθως το υπόγειο νερό να καταλήξει στη θάλασσα εγκλωβίζοντας το μέσα στα πετρώματα. Όπου αυτό καταφέρνει να φτάσει στην επιφάνεια δημιουργεί πηγές όπως του Ζαρού, της Γέργερης, του Αλμυρού Ηρακλείου ή τις υποθαλάσσιες πηγές στο Μπαλί. Τα υπόγεια νερά του Ψηλορείτη συμβάλουν όμως σημαντικά στην ύδρευση του Ηρακλείου με σειρές γεωτρήσεων περιμετρικά του ορεινού όγκου.

Πρόσφατες έρευνες του ΙΓΜΕ έδειξαν την άμεση εξάρτηση των μεγάλων πηγών περιμετρικά του Ψηλορείτη με τα νερά που φτάνουν στον ορεινό όγκο. Ιχνηθετήσεις με διάφορες χρωστικές ουσίες έδειξαν ότι το νερό που πέφτει στο οροπέδιο της Νίδας καταλήγει τόσο στις πηγές του Ζαρού και της Γέργερης στα νότια, όσο και στην πηγή του Αλμυρού στα ανατολικά και του Μπαλίου στα βόρεια. Το εντυπωσιακότερο όμως εύρημα των ερευνών αυτών είναι ότι το νερό τη Νίδας φτάνει μέσα σε εννέα ώρες στην πηγή του Αλμυρού που απέχει σε οριζόντια απόσταση 23 χιλιόμετρα !

Δρ Χαραλαμπος Φασουλάς,
Υπευθ. Τμήματος Γεωποικιλότητας Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Πανεπιστημίου Κρήτης