skip to main content

Έμμετρη εξιστόρηση από την Ειρήνη Ταχατάκη για τη μάχη της 14ης Ιουνίου 1897 στο Κανλί Καστέλι

Η μάχη της 14ης Ιουνίου 1897 στο Κανλί Καστέλι
1897-1997: 100 χρόνια



Αρχάνες Ιούνιος 1997

(Πληροφορίες: Από γραπτές πηγές και από τον Παναγιωτάκη Ιωάννη κάτοικο Κανλί Καστελλίου Δήμου Τεμένους, όπως τις άκουσε από παλιούς προγόνους του αγωνιστές).



Πολλά ‘παθεν η Κρήτη μας σ' αιώνες περασμένους
που κάμανε τσοι Κρητικούς περίσα στερημένους.
Πολλά την εζηλεύγανε οι βάρβαροι εχθροί τση
κι ανασασμό δεν ήβρισκε το κάθενα παιδί τση.
Τη μια ‘ρχουνται Σαρακηνοί, την άλλη Βενετσιάνοι,
τα όσα ξετελεύτηκαν, ο νους μας δεν τα βάνει.
Μα ‘π ‘ όλους οι σκληρότεροι που πάτησαν στην Κρήτη
ήταν οι Τούρκοι τύραννοι, π' αμνόγαν στον Προφήτη.



Ηταν λοιπόν τση μοίρας του, σε χρόνια περασμένα,
να μάχεται ο Κρητικός πάντα για πεπρωμένα.
Μοιράσανε την όμορφη τη γη μας οι πασάδες
και διώχτηκαν οι χριστιανοί κι οι άξιοι παπάδες.
Οι εκκλησίες γίνανε τζαμιά μέσα στη χώρα
δίχως ναούς οι χριστιανοί, που να θρησκεύουν τώρα;
Χαρίσαν στον Αχμέτ πασά, τον Αγιο Μάρκο πρώτα
σκοτείνιασεν ο Χάντακας οπού ‘διδε τα φώτα.
Στη Βαλιδέ χαρίσανε τον Αγιο Σαλβαδώρο
και στον Αχμέτ την Παναγιά κείνη τω Σταυροφόρω.
Τη Λότζια κάμαν "τσεπανέ" τα όπλα ντως στοιβάζουν
βάλαν στ'ανώγι τσ' αρχηγούς όλα να τα διατάζουν.
Σπαράζει η κρητική ψυχή στα χέρια των τυράννω,
το πνεύμα τση τ' αδούλωτο φωνάζει "τί να κάμω;"
Μόνο με ξεσηκώματα και με επαναστάσεις
μέρα και νύχτα πολεμούν δίχως καθόλου στάσεις.
Κάνουν τα πρώτα σώματα, "Χαϊνηδες" τα λένε,
που κάμαν όλους στην Τουρκιά τη μοίρα ντως να κλαίνε.
Εκάνανε τσ' επιδρομές στου μπέη τα κονάκια
τ' Αγά και του Γενίτσαρου, μεγάλα τσαλιμάκια.
Είχανε άχτι στην ψυχή οι χριστιανοί μεγάλο
γιατί η Τουρκιά ξετέλευε το ‘να μετά το άλλο:
πολλά βασανιστήρια, ντροπές τω γυναικώ μας
π' όλο τσ' εξευτελίζανε στον τόπο το δικό μας.
Τσι βάναν να χορεύγουνε στο ρόβι στσι παπούλες
για να γλιστρούν να πέφτουνε, σεϊρι να γενούνε.



Αυτά κι άλλα πολλά ‘σανε που γίνηκαν αιτία
με αίμα να ξεπλύνουνε μια τέτοια ατιμία.
Η αμαρτία, το κακό, κόβγεται σαν πληθύνει
και το κακό που πλήθαινε αλλής λοής δε σβήνει.



Οι μάνες κλαίνε τα παιδιά και τα παιδιά τσι μάνες
με τα παιδομαζώματα που κάναν οι Αγάδες.
Για τούτο ξεσηκώνονται στην Κρήτη πέρα ως πέρα
και μ' αντρειγιά σκορπούσανε στον Τούρκο τη φοβέρα.
Εξεσηκώνονταν συχνά σ' όλη την Κρήτη πάλι
και κάναν επανάστασες τη μια μετά την άλλη.
Ολες οι ανατολικές τση Κρήτης επαρχίες
με θάρρος ξεσηκώθηκαν σ' αυτές τσι δυστυχίες.



Το χίλια οκτακόσια ενενήντα εφτά ‘ναι
χρονιά που δεν ξεχνιέται μπλιό όσοι καιροί κι αν πάνε.
Στσ' Αρχάνες μαζωχτήκανε οπλαρχηγοί σπουδαίοι
να κάμουν το κουμάντο ντως γιατί ‘σανε γενναίοι.
Κι όλοι τ' αποφασίσανε τσ' Αρχάνες να στηρίξουν
βέβηλα πόδια τουρκικά εκεί να μη πατήσουν.
Τ' άκουσε τούτα κι η Τουρκιά μες στο Κανλί Καστέλι
κι ο κάθε ‘νας αλλόθρησκος τρέμει θέλει δε θέλει.
Φοβήθηκαν αντίποινα τω Χρισθιανώ μη γίνου(ν)
κι είπανε να μισέψουνε, τα έχη ντως αφήνου(ν).
Παίρνουν μαζί ό,τι μπορούν να παν στη Χώρα μέσα
κι εκεί εσχεδιάσανε ό,τι σ' αυτούς αρέσα(ν).
Επιάσανε από κοντά του Κάστρου τσοι Αγάδες
να πουν, ν' αρπάξουν του χωριού, κοπέλες και κυράδες.
Να κουβαλήσουν λάφυρα, ρούχα, καρπό και λάδι
να κάμουν την επιδρομή μια νύχτα, ένα βράδυ.
Τ' ακούσανε κι οι Χριστιανοί που ‘σαν στο Κάστρο μέσα
πράματα που δεν ήλπιζαν κι ούτε που τους αρέσα(ν).
Μηνούνε των Καστελιανώ να ‘χου ντο νου αγιάρι
γιατί η Τουρκιά ‘βαλε στο νου τέθοιο χωριό να πάρει.
Να σφάξουνε τσοι άντρες τως, αρθούνι μη μπομείνει
και τέθοιος θρήνος κι οδυρμός δε θα ‘χε ξαναγίνει.
Ν' αρπάξουνε τα έχη ντως, τα γυναικόπαδά ντως
στο Κάστρο να τα φέρουνε σκλαβάκια εδικά ντως.



Ως τα ‘μαθαν τα σκέδια μες στο Κανλί Καστέλι
είδανε ότι η Τουρκιά καλό δεν τωσε θέλει.
Και κάμανε τα σκέδια και κείνοι τα δικά ντως
να προστατέψουν όλοι ντως τα δικαιώματά ντως.
Δεν ξέραν όμως τη βραδιά που ‘θελα ‘ρθουν οι Τούρκοι
και πότε σχεδιάζανε αυτό το ντουρντουλούκι.
Γι' αυτό αποφασίσανε βλεπάτορες να στέσουν
πάνω σε δυο ψηλώματα για να κατασκοπεύσουν.
Εξι φρουροί θα πήγαιναν στη Ρόκκα στο "Παλάτι"
βορνά επάνω στον "Κορμό" κι εκεί έξι νομάτοι.
Μες το χωριό μαζεύτηκαν 40 όπλα μόνο,
με γκράδες και με σασεπώ να σβήσουν κάθε πόνο.
Πενήντα-εξήντα ήσανε οι άοπλοι του τόπου,
μα την αξιοσύνη ντως δε βάνει ο νους τ' ανθρώπου.
Με πέτρες και με ρόπαλα, με ξίφη και μαχαίρια
θα μάχονταν από κοντά σαν πιάνονταν στα χέρια.
Διακόσα γυναικόπδα κι αυτά θα βοηθούσαν
για την τιμή του τόπου ντως, καθόλου δε δειλιούσαν.
Κάθε πορτοπαράθυρο να γίνει μετερίζι
κι ας κάμει κείνη τη στιγμή ό,τι ο Θεός ορίζει.
Φτάνει σαν έρθ' η αργατινή να δούνε οι βαρδιάνοι
να ειδοποιήσουν το χωριό να πουν "η ώρα φτάνει".
Για να χυθούνε όλοι ντως με νύχια και μ' αντόδια
να κάμουνε τσ' αλλόθρησκους με τα φτερά στα πόδια.



Αυτά αποφασίσανε οι Καπεταναραίοι
του Καστελιού οι άξιοι πολεμιστές γενναίοι.
Να πούμε λίγα ονόματα;
Ζαχάρης Κεφαλάκης
οπλαρχηγός ο ξακουστός, κι Αντώνης Τζορμπατζάκης.
Βαρούχας ο Εμμανουήλ λεγόταν και Μανέλης
οπλαρχηγός απ' τους καλούς μα κι άλλους άμα θέλεις,
ο Παπαδάκης Γεώργιος, Περβολαράκης Λάμπρος
ηρωικός αγωνιστής με το μεγάλο θάρρος.
Κι ο "Κουκουλάς" Γεώργιος, λεγόταν Γιγουρτάκης
κι ήτανε κι ο Χριστόδουλος ο Χατζημανολάκης.
Ο Βουμβουλάκης ο παπάς, λεγότανε Μανόλης
κι ένας ακόμη άξιος ο γέρος ο Καψάλης.



Αυτοί οι εννιά ατρόμητοι ήτανε το "ξαθέρι"
που πρέπει αιώνες κι αν διαβούν καθένας να τους ξέρει.
Ετούτοι ‘ποφασίσανε σα δούνε οι βαρδιάνοι
να πλησιάζουνε σκιές, πριν γίνουνε μπεγιάνι
να μπαλοτοκοπήσουνε για να ειδοποιήσουν
να ξεσηκώσουν το χωριό, Τούρκο να μην αφήσουν.



Μα... για τη μοίρα του χωριού, ένας στη Ρόκκα πάνω
Τούρκος, τα πρόβατα ‘βοσκε κι ήλεγε "τι να κάνω;"
Εμαθε τω Χριστιανώ τα σχεδιάσματά ντως
και στην Τουρκιά επρόδωσε, όλα τα σχέδιά ντως.
Οι Τούρκοι δε δειλιάσανε κι είπαν να ξεκινήσουν
τα σχέδια τω Χριστιανώ με τρόπο να εμποδίσουν.
Βοσκός Καμπουρομουσταφάς λεγότανε ο Τούρκος
με τσ' άλλους δεν εμίσεψε ο άπιστος ετούτος.
Κι ετσά τσοι πληροφόρησε δίχως καιρό να χάσει
και τση Τουρκιάς το χαλασμό να σώσει να προφτάξει.
Σαν τα ‘μαθαν τα σχέδια, Τούρκοι στο Κάστρο μέσα
τα μέτρα ντως ελάβανε, γιατί δεν έχουν μπέσα.
Είπανε να σιμώσουνε με σιωπή μεγάλη,
μη μάθουν στα φυλάκια το πως γιαγέρνουν πάλι.
Να μη παιχτεί μια μπιστολιά, στον ύπνο να τσοι πιάσουν
και με το χάραμα τσ' αυγής να τους αιφνιδιάσουν.
Να σφάξουνε ωσάν τ' αρνιά άντρες και παλικάρια
ν' αρπάξουν γυναικόπαιδα και λάδια απ' τα πυθάρια.
Ρούχα και τρόφιμα, καρπό να τα λεηλατήσουν,
να βάλουν στο χωριό φωτιά και να το πυρπολήσουν.



Σαν πήρανε την άδεια οι Τούρκοι από τσ' Αγάδες
ευθύς εξεκινήσανε σαν κάμανε ντοάδες.
Κι ανοίξανε οι μπέηδες ευθύς τσοι τσεπανέδες
και όπλα φορτωθήκανε με γέλια κι αμανέδες.
Πήρανε μπαρουτόβολα, με όπλα φορτωθήκαν
σαν αστακοί βαδίζανε γι' αυτά που βουληθήκαν.
Προς το βορνό φυλάκιο για τον "Κορμό" σιμώνουν
μα τους φρουρούς δε θέλουνε σε τούτο ν' ανταμώνουν.
Πέρασαν με προφύλαξη "Καστελιανή Καμάρα"
ανάσα δε γροικούντανε γιατί ‘χανε τρομάρα.
Το δρόμο παρακάμψανε και σ' άλλο δρόμο βγαίνουν,
μα οι φρουροί το πέρασμα ετούτο δε μαθαίνουν.
Το "Τζαγκαράκι" σκάλωσαν σε μια χαράδρα μπήκαν
ο "Αρχανιώτης ποταμός" περνά ‘πο κει που βγήκαν.
Το "Φαραγγούλι" το στενό, περνούν λαχανιασμένοι
στη Ρόκκα κατευθύνονται με αναπνιά κομμένη.
Περνούν το "Φανταξοσπηλιο" σα φανταξά κι οι ίδιοι
σα χάροι καταφτάνουνε σα μαύρο πλήθος μύριοι.
Δεν ήσαν δα και λιγοστοί, σαν 3.000 φτάνουν
κι ελπίζουν με το πλήθος τους όλα να τα προκάμουν.



Η νύχτα όμως προχωρεί και πριν να ξημερώσει
λεν οι βαρδιανοί οι ξάγρυπνοι: "Ο νους πώς δα μερώσει;"
Αφού επέρασε η νυχτιά δεν έρχουνται κι απόψε
"Θεέ μου τα ζάλα κόψε ντως και το χωριό μας σώσε.
Κι ας πάμε στο φυλάκιο για να ξεκουραστούμε
και ως την άλλη αργατινή τι θα γενεί να δούμε..."
Μπαίνουνε στο φυλάκιο σαν αποκαμωμένοι
κι η μοίρα ντως τους όρισε να πέσουν ξεραμένοι.
Μα προχωρούνε κι οι εχθροί στη "Μέλισσα" τραβούνε
περνούν αυτό τ' αντέρισμα στη Ρόκκα για να βγούνε.
Στην ανατολική πλαγιά είν' ομαλό το μέρος
με δίχως βράχια κι εγκρεμούς, μπορεί να βγει και γέρος.
Αναρριχούνται στην πλαγιά φτάνουν στσ' ανεμομύλους
δυο εκκλησιές οι χριστιανοί έχουν εκεί για φίλους.
Η μια τση Μεταμόρφωσης η Χάρη η Μεγάλη
κι η άλλη Αγιά Παρασκευή, η μια κοντά στην άλλη.
Θέλουν να πιάσουν τους φρουρούς, προτού πυροβολήσουν
να αιφνιδιάσουν το χωριό κι όχι να το ξυπνήσουν.
Το σχέδιο μη χαλαστεί μέχρι να ξημερώσει
κανείς μην ειδοποιηθεί για να τους ανταμώσει.
Φτάνουνε στο φυλάκιο πουν' οι βαρδιάνοι μέσα
κοιμήθηκαν οι δύσμοιροι δίχως να δουν τα φέσα.
Μα ένας τους μετάπνησε... "θέλημα του Κυρίου;"
και σέρνει ευθύς μιαν άγρια φωνή σαν του θηρίου:
"Ξυπνάτε και μας ζώσανε, στα όπλα σύντροφοί μου
εφτάξαν οι αλλόθρησκοι αλί και τρισαλί μου".
Ξυπνούν κι οι έξι κι αρχινούν να μπαλοτοκοπούνε.
Κι ευθύς χαλά το σκέδιο πριν στο χωριό να μπούνε.
Ορμούνε στο φυλάκιο, μα ‘σανε σκοτωμένοι
κι από τσι πολεμίστρες τως όλοι ‘ναι μπιτισμένοι.
Μα ήταν τέτοια η οργή που σχέδια χαλάσαν
και με μαχαίρες τους νεκρούς τους έξι τους εσφάξαν.
Ούτε ρανίδα αίματος δε χύνει ο λαιμός τως
γιατί πιο πριν οι σφαίρες τως φέραν το θάνατό ντως.
Μετά τους βάλανε φωθιά που κάρβουνα γενήκαν
στάχτη και αποκάουδα και δεν εγνωριστήκαν.



Αρχίζουν Τούρκοι όλοι μαζί, τρανή ομοβροντία
κι όλος ο τόπος σείστηκε μέσα στην ησυχία.
Εξεσηκώθη το χωριό για άμυνα μεγάλη
γιγάντων μάχη αρχίνησε στου Καστελιού τη ζάλη.
Βροντούνε γκράδες, σασεπώ, ορμούν με τα μαχαίρια
και στα σοκάκια του χωριού πιαστήκανε στα χέρια.
Γυναίκες και μικρά παιδιά, όσοι δεν πολεμούνε
στων οπλοφόρων τρέξανε τα σπίτια να κρυφτούνε.
Και ρίχνουν μόνο οι εχθροί, σπίτια στις άκρες κάψαν
βάζουν φωθιές στις θημωνιές κι όλα τ' αλώνια ανάψαν.
Κάθε πορτοπαράθυρο γίνεται μετερίζι
και κάνουν κι οι Καστελιανοί ό,τι ο Θεός ορίζει.
Μες την αυλή του ο Κουμιανός σκοτώνεται κι ο γιός του
στον τράφο τους κυλήσανε να πάρουνε το βιος τους.
Αλλού ένας Αγιομυργιανός λεγόταν Ζαχαρένιος
φύλακα βάνει τ' αλωνιού για να ‘ναι ξεγνοιασμένος,
το γιό του άπραγο παιδί, μικρός στην ηλικία
με δίχως όπλο βρέθηκε σε τέτοια δυσκολία.
Τον πιάσαν και τον σφάξανε ωσάν τ' αρνί παντέρμο
στο βράχο που τριγύριζε για να σωθεί το έρμο.
Αλλη σκηνή ηρωική στου "Μεταξά τον Πόρο"
χάνει τη ζήση του άξια, φεύγει στον άλλο κόσμο,
ο καπετάνιος ο τρανός που δε δειλιούσε χάρο
Παπαδογιώργης λέγεται με το μεγάλο θάρρος.
Κι άμα τονε σκοτώσανε, ντίπι δεν του σιμώνουν
ως και νεκρό τον τρέμουνε τα χέρια δεν απλώνουν.
Μετά, σε σπίτι στο χωριό σε καναπέ ‘πο κάτω
ομόθρησκός τους, ο Μπακής ήτονε τ' όνομά του
από το φόβο τον πολύ έχασε τη ζωή του
κι ούτε σταγόνα αίματος δεν έβγαλ' η σφαγή του.
Ετότε οι Τούρκοι είπανε πως κάμανε "χιαγνίχι"
λάθος θα πει πως κάμανε, ετούτα γράφει η τύχη.
Γερο - Καψάλης πολεμά πιο πέρα στην πλατεία
ήτανε ‘κει το σπίτι του, δε βρίχνει ησυχία.
Σαράντα γυναικόπαιδα ήταν εκεί κλεισμένα
και προστασία γύρευαν, άμαχα τα καημένα.
Αυτός το όπλο του βαστά, φρουρός μες την αυλή του
Τούρκος περνά μ' άλλους πολλούς κι ακούει τη φωνή ντου.
"Ανοιξε" κατακουρκουνά, μ' ορμή και με μανία.
Κρότοι το σπίτι τράνταξαν μ' όλη του την κακία.
Βάνει ο Καψάλης τ' όπλο του κι ευθύς του τη "φτυλιάζει"
και πέφτει ο Τούρκος προύμυτα και τσ' άλλους
τσοι ξαφνιάζει.
Σιμώνει όμως και δεύτερος και κείνου την "καπνίζει"
στον άλλο πάνω ήπεσε τη ζήση χαιρετίζει.
Κι ο τρίτος ίδια τα ‘παθε και τότε ‘ποφασίζουν
οι Τούρκοι απ' όξω να διαβούν και δε ξαναγυρίζουν.



Πρωτοπαλίκαρο ‘χανε οι Τούρκοι με καμάρι
ένα γερό Μπιτσαξαλή, μεγάλο παλικάρι.
Εβγήκε προς το ύψωμα κοντά στην εκκλησία
κι εκεί τον είδε από μακριά, αγωνιστής μ' αξία
Χριστόδουλο τον λέγανε και Χατζημανωλάκη
κι είχενε και το σπίτι του πιο πάνω στο σοκάκι.
Πιάνει το γκρα με στιβαρό χέρι και σημαδεύει
μολύβι μαύρο φονικό στο μπέτι του φυτεύει.
Τα σπλάχνα ντου πορήσανε στον τοίχο κολληθήκαν
και κύλησε νεκρός στη γης τα μάθια του σβηστήκαν.



Και στα πορτοπαράθυρα η μάχη συνεχίζει
πολλές γυναίκες βοηθούν σε κάθε μετερίζι.
Μια κόρη άξια του χωριού μικρή παπαδοπούλα
εκείνη πρωτοκίνησε από μια πορτοπούλα
Ευαγγελία τη λέγανε αλλά και Παπαδάκη
που δε δειλιάζει τον εχθρό απ' το παραθυράκι.
Κι απίτις εξεκρέμασε το όπλο του παππού τση
ατρόμητη εμάχουνταν για χάρη του χωριού τση.
Οσοι ‘χαν όπλα εμάχουνταν κι είχανε την αξία
κι ετούτη την απόφαση πήραν μ' αυτοθυσία.
Στα πόστα ντως σταθήκανε, βαρούσαν τ' άρματά ντως
και φέρναν για τον τόπο ντως ό,τι ‘θελε η καρδιά ντως.



Κι αξίζει για να πούμε δω ποιοι χάσαν τη ζωή ντως
ποιοι δώσανε τη ζήση ντως και όλη την ψυχή ντως.
Οι πρώτοι έξι (6) ήταν φρουροί στση Ρόκκας το "Παλάτι"
που πετσοκόψαν οι εχθροί να βγάλουν τόσο άχτι.
Επτά ‘ταν με τον Κουμιανό, οκτώ με τον υγιό ντου
κι εννιά μ' ένα Αγιομυργιανό, στ' αλώνι το δικό ντου.
Τον δέκατο που σκότωσαν λέγαν Παπαδογιώργη
αυτή η δεκάδα χάθηκε κι ήταν γενναίοι όλοι.
Σφάξανε κι ένα Τουρκαλά Μπάκης το όνομά του
"γιαγνίχι"-λάθος κάμανε ο για την αφεδιά ντου.



Οι τόσοι πυροβολισμοί, ο χαλασμός κι η μπόρα
το τι γινόταν στο χωριό γροικούνταν ως τη χώρα.
Τρέξανε τα γύρω χωριά κι όλο το Μαλεβύζι
να δώσουνε βοήθεια στη λευτεριά π' αξίζει.
Ετρέξανε με προθυμιά πολλοί Μαλεβυζιώτες
οι Μεσαρίτες πάνοπλοι αλλά κι οι Αρχανιώτες.
Και το πολύ το μακελειό κόντευε να τελέψει
με θάρρος και μ' απόφαση, πολλά ‘χανε κερδέσει.
Ηρθαν κι απ' την Αυγενική, Αγιο Θωμά και Σίβα
απ' τα Κεράσα, τσι Δαφνές, όλοι κοντά τους πήγαν.
Τη μάχη την κερδίσανε του τόπου του δικού ντως
και πέσανε Τούρκοι πολλοί στη λαύρα του χωριού ντως.
Ως εβδομήντα χάθηκαν του τύραννου κεφάλια
δεκάδες λαβωθήκανε τι ‘ταν αυτά τα χάλια.
Μα κι ο Καμπουρομουσταφάς, που ‘βοσκε τα ωζά του
πάνω στη Ρόκκα αμέριμνος τα γιδοπρόβατά του,
αλήθεια τι απόγινε μετά την προδοσία
που στους δικούς του μήνυσε όλη την ιστορία;
Μια σφαίρα που του παίξανε τω Χρισθιανώ τα χέρια
πήρε ξυστά στην κεφαλή, δεν πήγε από μαχαίρια.
Και βγάνει το σαρίκι του και δένει την πληγή του
στη Χώρα πήγαινε πεζός, μ' αίμα στην κεφαλή του.
Στο τέλος φτάνει κι αρχηγός Μαλεβυζιού Τεμένους
γιατί ‘ταν πάντα συνεπής στην ώρα κάθε χρέους.
Είν' απ' τις όμορφες Δαφνές Δημήτρης τ' όνομά του
ο Ζουδιανός, δεν βρίχνεται εύκολα η αντρειγιά του.
Φέρνει και το γιατρό Ξηρά να δένει τραυματίες
κι οι πληγωμένοι σώθηκαν απ' άλλες δυσκολίες.



Αλήθεια τι κατάλαβαν τόσοι εχθροί χιλιάδες,
που ‘ρθαν ν' αρπάξουν του χωριού τα πλούτη τσοι παράδες;
Να πάρουν στα χαρέμια ντως τσι Χρισθιανές να ζούνε
βόδια και γιδοπρόβατα όλα να τως κλουθούνε.
Πάνω στα ωζά που φέρανε φορτώσαν σκοτωμένους
πεσκέσι στσι χανούμισες στσι ματοκυλισμένους.
Μεγάλο βρούχος γίνηκε στση Χώρας τα σοκάκια
σαν είδαν οι χανούμισσες να λείπουν τ' Αγαδάκια.
Θρηνομοιρολογούντανε, "Αγά μου Τσελεπή μου"
κι άλλη συρομαδιούντανε και φώνιαζε "παιδί μου".
Χαίρουνται κι οι Καστελιανοί τη δόξα του χωριού ντως
το θάρρος και την αντρειγιά του τόπου του δικού ντως.
Κι αν κάψανε τα σπίθια ντως κι όλες τσι θημωνιές τως
γλιτώσαν τσι γυναίκες τως τσ' όμορφες κοπελιές τως.
Γλιτώσανε και τα παιδιά να γοργομεγαλώσουν
να βλαστοσύρουν μ' αντρειγιά και προκοπή να δώσουν.
Γλιτώσανε και την τιμή του τόπου του ωραίου
του "ματωμένου" Καστελιού τη φήμη, του σπουδαίου.



Για τούτο κι οι Ιστορικοί αντίς "Κανλί" Καστέλι
το βγάλανε "δαφνοστεφές" κι η δόξα εκείνη μένει.



Οσοι καιροί περάσουνε, αιώνες κι αν διαβούνε,
τη δόξα του την ακριβή δεν πρέπει να ξεχνούμε.
Στον τόπο τους χαρίσανε με γιγαντομαχία
ένα στεφάνι ακριβό
το λεν, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!!

 

Πηγή :

Εφημερίδα Πατρίς